2017-iatriki 4.jpg

Εάν υπάρχει ένας τομέας της ιατρικής πρακτικής με τα κανναβινοειδή που να εγείρει τις περισσότερες αμφιβολίες τόσο για τους κλινικούς ιατρούς όσο και για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, πρέπει να είναι το όλο ζήτημα της δοσολογίας.

Η ποσότητα που πρέπει να δοθεί για οποιοδήποτε φάρμακο υπολογίζεται κανονικά με βάση το βάρος του ασθενούς. Οι ακόλουθοι παράγοντες λαμβάνονται γενικά υπόψη για τον υπολογισμό της πραγματικής δόσης:
1. Στην περίπτωση των παιδιών σε παιδιατρική ηλικία, η μέγιστη ή ελάχιστη ποσότητα (συνήθως εκφραζόμενη σε χιλιοστογραμμάρια / milligrams) που πρέπει να χορηγείται ανά κιλό σωματικού βάρους, είτε σε κάθε μεμονωμένη δόση (χιλ./κιλ./δόση – mg/kg/dose) είτε σε περίοδο 24 ωρών (χιλ./κιλ./ημέρα – mg/kg/day).
2. Στην περίπτωση των ενηλίκων, η τυποποιημένη δόση για έναν ασθενή που ζυγίζει 70 κιλά (αυτό μπορεί να ποικίλλει ελαφρώς ανάλογα με το πραγματικό βάρος του ατόμου ή το δοσολογικό σχήμα - πχ. το ibuprofen μπορεί να χορηγηθεί σε δόσεις των 400 mg κάθε 8 ώρες ή 600 mg κάθε 12 ώρες, Δίνοντας συνολική ημερήσια δόση και στις δύο περιπτώσεις των 1200 mg)

Για παράδειγμα, μια μεμονωμένη δόση παρακεταμόλης για ένα παιδί ποικίλλει από 10 έως 15 mg/kg έως ένα μέγιστο όριο των 80 mg/kg/ημέρα. Στην περίπτωση αυτή, 10mg/kg είναι η ελάχιστη μεμονωμένη δόση. 15 mg/kg (20 mg/kg σύμφωνα με ορισμένα πρωτόκολλα) είναι η μέγιστη μεμονωμένη δόση και 80 mg/kg είναι η μέγιστη ημερήσια δόση, δηλ. η μεγαλύτερη ποσότητα που μπορεί να χορηγηθεί σε παιδί σε περίοδο 24 ωρών. Για ενήλικες, οι μεμονωμένες δόσεις των 500 mg ήταν συνηθισμένες μέχρι πρόσφατα, αν και εδώ και μερικά χρόνια, έχουν γίνει κανόνας τα 1000 mg (1 γραμμάριο) παρακεταμόλης, με μέγιστη ημερήσια δόση στα 4 g.

Όλες αυτές οι παράμετροι, οι οποίες είναι κοινές στην ιατρική, έχουν καθιερωθεί βάσει μακρών ετών φαρμακολογικής έρευνας και εξίσου μακράς περιόδου κλινικής πρακτικής. Το ίδιο σύστημα ισχύει για τη μεγάλη πλειοψηφία των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σήμερα: οι δόσεις που χρησιμοποιούνται εξαρτώνται από το βάρος του ατόμου στην περίπτωση των παιδιών και από μια τυποποιημένη δόση στην περίπτωση των ενηλίκων.

Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν ισχύει όταν χρησιμοποιείται η κάνναβη για ιατρικούς σκοπούς. Ως εκ τούτου, θα ήθελα να μοιραστώ μερικά σημεία που μπορούν να βοηθήσουν τους αναγνώστες να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα της τυποποιημένης δοσολογίας στην περίπτωση της κάνναβης.

Η δοσολογία για την THC ως απομονωμένη δραστική ουσία δεν είναι η ίδια όπως και για την κάνναβη

Από τη στιγμή που πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες δοκιμές με ΤΗC στους ανθρώπους, η μεγάλη πλειονότητα των μελετών που διεξήχθησαν, χρησιμοποιώντας απολύτως ποσοτικοποιημένες δόσεις κανναβινοειδών, περιείχαν απομονωμένη THC. Ο φαρμακευτικός σχηματισμός του απομονωμένου μορίου THC ονομάζεται Dronabinol και διατίθεται στο εμπόριο ως Marinol®. Από την άποψη της αποτελεσματικότητάς του, τα αποτελέσματα των μελετών με αυτό το φάρμακο ήταν κάπως απογοητευτικά. Επιπλέον, έχει αποδείξει ότι έχει σημαντικές παρενέργειες, ειδικά σε ψυχολογικό επίπεδο. Αυτό είναι λογικό, δεδομένου ότι η THC είναι καλύτερα ανεκτή όταν συνοδεύεται από άλλα κανναβινοειδή από ότι όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία ως ένα μόριο μόνο του. Οι αρχικές δόσεις που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτές τις μελέτες κυμαίνονταν γενικά από 2,5 mg έως 10 mg (μερικές φορές έως και 20 mg) THC ανά δόση, ανάλογα με τον ερευνητικό στόχο. Η δόση των 2,5 mg χρησιμοποιείται συνήθως μεταξύ των ηλικιωμένων και των παιδιών - αν και μη αναμενόμενο, τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ανοχή στα ψυχοδραστικά αποτελέσματα της κάνναβης από ότι οι ενήλικες. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τη χαμηλότερη πυκνότητα των υποδοχέων CB1 σε ανώριμους εγκεφάλους σε σύγκριση με τους εγκεφάλους ενηλίκων (Franjo Grothemner).

Ωστόσο, η κατάσταση στην πραγματική κλινική πρακτική είναι αρκετά διαφορετική. Το Marinol® (THC) χρησιμοποιείται σε μικρές αναλογίες σε σύγκριση με τη φυτική του μορφή, Sativex® ή την βρώσιμη κάνναβη.

Για τους ίδιους λόγους, το Nabilone (εμπορικό όνομα Cesamet®), ένα συνθετικό παράγωγο το οποίο είναι 10 φορές πιο ισχυρό από την THC, χρησιμοποιείται σήμερα πολύ σπάνια από ότι άλλες διαθέσιμες, οικονομικά προσιτές και κυρίως αποτελεσματικότερες πηγές κανναβινοειδών.

Η δοσολογία του μοναδικού φαρμακευτικού βαθμού φαρμάκου που εξάγεται από το φυτό ποικίλλει σημαντικά

Μετά το Marinol και το Cesamet, βρίσκουμε το Sativex®, ένα υπογλώσσιο σπρέι. Κάθε ψεκασμός χορηγεί δόση 2,7 mg THC με 2,5 mg CBD στην στοματική βλεννογόνο μεμβράνη. Η μέση δόση σε κλινικές δοκιμές με ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση είναι οκτώ ψεκασμοί ημερησίως (21,6 mg THC και 20 mg CBD ημερησίως). Ωστόσο, δεν συνιστώνται δόσεις άνω των 12 ψεκασμών ημερησίως (32,4 mg THC και 30 mg CBD ημερησίως). Παρόλο που συνιστάται η εφαρμογή του προϊόντος σε δύο δόσεις (μία το πρωί και μία άλλη τη νύχτα), σύμφωνα με τους πίνακες της Ισπανικής Υπηρεσίας Φαρμάκων και Προϊόντων Υγείας (Spanish Agency of Medications and Health Products), οι δόσεις δεν είναι ποτέ ίδιες, με την υψηλότερη δόση πάντα να χορηγείται τη νύχτα παρά το πρωί. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η THC έχει διαφορετικό ρυθμό βιοδιαθεσιμότητας από ότι η CBD, πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι από φαρμακολογική άποψη, το Sativex δεν είναι συγκρίσιμο με άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνά.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα των διαφορετικών ποσοστών βιοδιαθεσιμότητας των THC και CBD, ορισμένα παιδιά με φαρμακοανθεκτικές μορφές επιληψίας καταφέρνουν να διατηρούν επαρκή επίπεδα CBD στο αίμα τους για τον έλεγχο των συμπτωμάτων για 24 ώρες με μία μόνο δόση την ημέρα. Στην περίπτωση της THC, ωστόσο, για να επιτευχθεί ο ίδιος βαθμός ελέγχου των συμπτωμάτων, οι ασθενείς με καρκίνο χρειάζονται δύο δόσεις ημερησίως με κάψουλες που αναπτύσσονται στο Ισραήλ και περιέχουν μια σύνθεση που μετατρέπει την THC σε φάρμακο “παρατεταμένης αποδέσμευσης”.

Η κάνναβη δεν είναι ένα μόριο, αλλά πολλά

Η φαρμακευτική κάνναβη είναι μια ουσία με πολύπλευρες θεραπευτικές δυνατότητες, διότι διαφορετικοί συνδυασμοί κανναβινοειδών και τερπενοειδών (αρωματικά μόρια) δημιουργούν προϊόντα που είναι πιο κατάλληλα για την μία παθολογία ή την άλλη. Έτσι, ορισμένες ποικιλίες είναι ιδανικές για τη θεραπεία προβλημάτων αϋπνίας ή άγχους, ενώ άλλες έχουν ένα ισχυρό ευφορικό και αντι-καταθλιπτικό αποτέλεσμα. Αυτή η μεταβλητότητα των επιδράσεων δεν οφείλεται αποκλειστικά στον διαφορετικό συνδυασμό κανναβινοειδών. Εξαρτάται επίσης από το πώς συνδυάζονται τα κανναβινοειδή με τα διαφορετικά τερπενοειδή σε κάθε ποικιλία. Λαμβάνοντας υπόψη όλους αυτούς τους πιθανούς συνδυασμούς κανναβινοειδών και τερπενοειδών, η κάνναβη για ιατρική χρήση δεν πρέπει να θεωρείται ως ένας μονός τύπος “φαρμάκου”, όπως η παρακεταμόλη.

Εδώ έγκειται το κύριο πρόβλημα της δοσολογίας στην κάνναβη... 5 mg THC που χορηγούνται χρησιμοποιώντας μια καθαρή ποικιλία Sativa με υψηλή συγκέντρωση του τερπενοειδούς λιμονένιο, δεν θα έχουν ποτέ τα ίδια αποτελέσματα με 5 mg THC που χορηγήθηκαν χρησιμοποιώντας μια καθαρή ποικιλία Indica με υψηλή συγκέντρωση πινένιου. Ως αποτέλεσμα, η κάνναβη δεν μπορεί να δοσολογηθεί όπως και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Για να γίνει ακόμη πιο πολύπλοκο το θέμα, είναι επίσης σημαντικό να ληφθεί υπόψη η γενετική μεταβλητότητα του κάθε ασθενή. Τα ίδια 5 mg οποιασδήποτε ποικιλίας θα έχουν διαφορετικά αποτελέσματα σε δύο διαφορετικά άτομα, ακόμη και αν το προϊόν είναι ακριβώς το ίδιο.

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος επίλυσης όλων αυτών των εμποδίων που προκύπτουν κατά τον προσδιορισμό της δοσολογίας κάνναβης.

Εξατομίκευση της θεραπείας

Η εξατομικευμένη θεραπεία παρέχει σε κάθε ασθενή τη δόση που ταιριάζει καλύτερα με την πάθησή του και η οποία εξαρτάται από το άτομο (προηγούμενη εμπειρία με κάνναβη, τυχόν ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων, τύπο μεταβολιστή για THC...), το προϊόν που χρησιμοποιήθηκε (ποσοστό THC και CBD, περιεκτικότητα σε τερπενοειδή, αναλογία Sativa προς Indica, κλπ.) και η οδός/τρόπος χορήγησης (από του στόματος, υπογλώσσια, σπρέι, κλπ.).

Ωστόσο, το πρωτόκολλο για τον προσδιορισμό της σωστής δόσης για κάθε άτομο είναι πάντα το ίδιο: αρχίζεις με χαμηλή δόση και αυξάνεις σταδιακά μέχρι να βρεις τη δόση που βελτιώνει τα συμπτώματα του ατόμου χωρίς να εντείνει τις παρενέργειες σε τέτοιο βαθμό που να περιορίζουν την θεραπευτική προσκόλληση στη θεραπεία - με άλλα λόγια, η δόση που προσφέρει την πιο αποτελεσματική ισορροπία μεταξύ της βελτίωσης των συμπτωμάτων και της έντασης των παρενεργειών. Είναι σημαντικό να αφιερωθεί αρκετός χρόνος για να επιτευχθεί αυτή την ισορροπία. Εάν η δόση αυξηθεί πολύ γρήγορα, μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες (παρ)ενέργειες που θα οδηγήσουν τον ασθενή στο να απορρίψει τη θεραπεία. Από την άλλη πλευρά, αν αυξάνεται πολύ αργά, ο ασθενής μπορεί να τεθεί εκτός θεραπείας λόγω μιας φαινομενικής αναποτελεσματικότητας.

Συνοψίζοντας, η θεραπεία με κάνναβη απαιτεί πάντοτε εξατομικευμένη δοσολογία για κάθε ασθενή. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με χαμηλή δόση και να αυξάνεται προοδευτικά και με κατάλληλο ρυθμό μέχρι να βρεθεί η βέλτιστη δόση για κάθε συγκεκριμένο άτομο. Αυτό συνίσταται στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της βελτίωσης των συμπτωμάτων και της ανοχής του ασθενούς στις παρενέργειες που τυχόν προκαλούνται. Θα εξαρτηθεί επίσης σε σημαντικό βαθμό τόσο από τον τύπο του προϊόντος όσο και από τον τρόπο χορήγησης.

Fundación CANNA
“Cannabinoid dosage in clinical practice”
http://www.fundacion-canna.es/…/cannabinoid-dosage-clinical…
By Javier Pedraza

Μετάφραση Σίμος Δαλκυριάδης
Δείτε περισσότερα άρθρα για την κάνναβη στο Πειρατικό Παπαγαλάκι


Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

 

 

logo_1.png

Αν ενδιαφέρεστε για ποιοτικά φυτά, τότε βρείτε τους καλύτερους σπόρους κάνναβης από την Ολλανδία!
Το Zamnesia τα έχει όλα και στέλνει όλα!