cannabishellas.com

Η αλήθεια βρίσκετε κριμένη κάπου εκεί έξω ..

Get Adobe Flash player

Η ποινική μεταχείριση του εξαρτημένου χρήστη στo πλαίσιo της νομοθεσίας περί ναρκωτικών

1. Εισαγωγή

Όταν κάποιος στοχάζεται πάνω στις εκδηλώσεις παθογένειας της σύγχρονης κοινωνίας, ένα από τα πρώτα φαινόμενα που έρχεται στο μυαλό του είναι η χρήση ναρκωτικών ουσιών, ιδίως από νέους ανθρώπους. Το ποινικό δίκαιο και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του αποτελούσαν ανέκαθεν το ισχυρότερο όπλο των κοινωνιών απέναντι στις επιβλαβείς όψεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς που εκκολάπτονται μέσα τους. Ήταν λοιπόν επόμενο το φαινόμενο της διάδοσης των ναρκωτικών να αντιμετωπισθεί, παγκοσμίως, με την εγκληματοποίηση διαφόρων συμπεριφορών που σχετίζονται με αυτά. Η ανάπτυξη του σχετικού νομικού πλαισίου υπήρξε τεράστια κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και μπορούμε πλέον να κάνουμε λόγο για ιδιαίτερο κλάδο του ποινικού δικαίου.

Στο άρθρο αυτό θα ασχοληθούμε με το ειδικότερο ζήτημα της διαφοροποιημένης νομικής μεταχείρισης των ατόμων που αδυνατούν να απεμπλακούν αυτοδυνάμως από τα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, επειδή έχουν αναπτύξει σωματική και ψυχολογική εξάρτηση από αυτές τις ουσίες. Η ανάλυση θα γίνει με γνώμονα πάντα τη σκέψη ότι τα άτομα αυτά δεν απολαμβάνουν λιγότερο των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, λόγω της εξάρτησής τους.

2. Ιστορική αναδρομή

Στην Ελλάδα η ποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών ξεκινά από το 1919. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.1681/1919 περί αλητείας και επαιτείας, τιμωρούνταν {όστις, άεργος ων ή αποδεδειγμένως διάγων άτακτον βίον, επιδίδεται καθ' έξιν εις χασισοποτίαν, φοιτών προς τούτο εις τοιούτου είδους καταγώγια ή άλλα ενδιαιτήματα με ποινή φυλάκισης ενός έτους και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι δύο έτη. Κατά παλαιότερη, προσφιλή τακτική του νομοθέτη, τιμωρείται εδώ όχι μια συγκεκριμένη πράξη, αλλά ένας αφηρημένος αντικοινωνικός τύποςατόμου Βλ. και το περίφημο νδ 4000/1959 σε Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικόν Δίκαιον - Ειδικόν Μέρος, σελ. 138-139. Ακολούθησαν προπολεμικά πολλές προσθήκες στο νομοθετικό πλαίσιο περί ναρκωτικών, οι οποίες όμως διαπνέονταν πάντοτε από μια αντιλαθρεμπορική Ι. Μανωλεδάκη. Διάλογος με τον (ποινικό) νομοθέτη, σελ. 32. προσέγγιση του φαινομένου, χωρίς να δίνεται έμφαση στις επιβλαβείς συνέπειές του.

Έως το 1954 ο χρήστης ναρκωτικών αντιμετωπιζόταν από το νομοθέτη ως άνθρωπος του υποκόσμου, ύποπτος για την τέλεση διαφόρων εγκληματικών πράξεων και επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο. Για πρώτη φορά με το νδ 3084/1954 εκφράστηκε έμμεσα η αντίληψη ότι ο τοξικομανής χρήστης είναι ασθενής και όχι κοινός εγκληματίας, και θεσπίστηκε αντί ποινής ο εγκλεισμός του προς θεραπεία σε ειδικό Κρατικό Κατάστημα, από το οποίο μπορούσε να απολυθεί μετά την παρέλευση εξαμήνου και εφόσον εκρίνετο ότι είχε αποθεραπευθεί. Στο άρθρο 122 του νδ 3084/1954 αναφέρονται ορισμένοι όροι που μπορούσαν να τεθούν στον απολυόμενο, όπως να μη συχνάζει σε τόπους όπου γίνεται χρήση ναρκωτικών, να μη συναναστρέφεται άτομα τοξικομανή, να μην παραμένει εκτός της κατοικίας του πέρα από μια ορισμένη ώρα της νύχτας κ.ά.

Ωστόσο, σαφή και συστηματική διάκριση των δραστών σε τοξικομανείς και μη συναντάμε μόλις το 1970, όταν τέθηκε σε ισχύ το νδ 743/1970 περί ναρκωτικών. Με το άρθρο 72 θεσπίστηκε το ατιμώρητο της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, όταν ο δράστης είναι εξαρτημένος από αυτές, με τη σκέψη ότι ο τοξικομανής δράστης όντας κυριευμένος από την εξάρτησή του δεν μπορεί να πράξει αλλιώς. Εξάλλου για πρώτη φορά δίνεται στο νόμο ορισμός της τοξικομανίας (άρθρο 131): τοξικομανείς θεωρούνται όσοι, κτησάμενοι την έξιν της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, αδυνατούν ν' αποβάλουν αυτοδυνάμως ταύτην, δεόμενοι ειδικής προς τούτο θεραπευτικής μεταχειρίσεως. Ο ίδιος περίπου ορισμός παρέμεινε και στον ισχύοντα νόμο. Η ιδιότητα του τοξικομανούς διαπιστώνεται με πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠΔ (άρθρο 132), η οποία κατ' αρχήν δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ως τοξικομανή τον κατηγορούμενο, όταν αυτός κατά την κρίση των πραγματογνωμόνων δεν είναι τοξικομανής. Επίσης στο άρθρο 14 θεσπίζονται μειωμένες ποινές για τον τοξικομανή διακινητή που προβαίνει στις σχετικές αξιόποινες πράξεις για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα για τη δόση του, ενώ προβλέπεται ο εγκλεισμός του τοξικομανή που καταδικάστηκε για οποιαδήποτε πράξη σε θεραπευτικό κατάστημα για αποτοξίνωση.

Η τελευταία μέχρι σήμερα γενική μεταρρύθμιση της νομοθεσίας των ναρκωτικών έγινε με το ν.1729/1987, ο οποίος διέκρινε πλέον ξεκάθαρα τους δράστες διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών σε τοξικομανείς και μη, προβλέποντας για τους πρώτους μειωμένα πλαίσια ποινών και ειδική θεραπευτική μεταχείριση (άρθρα 13-14). Μάλιστα ο ν.1729/1987 απέφυγε τον όρο τοξικομανείς, με τη σκέψη ότι η αρνητικά φορτισμένη αυτή έννοια προσδίδει κάποιο κοινωνικό στίγμα Βλ. Γ. Σταθέα, Ερμηνεία του νέου νόμου περί ναρκωτικών, σελ. 84, Α. Κονταξή, Ποινικό Δίκαιο και ναρκωτικά, σελ. 144 προτιμώντας το μακροσκελή όρο χρήστες ναρκωτικών ουσιών που υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο, ο ν.1729/1987 στην αρχική του διατύπωση επέβαλε την υποχρεωτική θεραπευτική μεταχείριση, ακόμα και του τοξικομανούς χρήστη που παρέμενε ατιμώρητος. Οι διατάξεις των άρθρων 13-14 που μας ενδιαφέρουν εδώ δέχτηκαν πολλές τροποποιήσεις με τους ν.1738/1987, 2161/1993, 2331/1995, 2408/1996, 2479/1997 και 2721/1999 ιδίως στο πεδίο των κανόνων της πραγματογνωμοσύνης. Με το ισχύον σήμερα περιεχόμενο των διατάξεων αυτών θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Έννοια της τοξικομανίας

Ας δούμε πρώτα ποια είναι η ιδιότητα αυτή που κάνει ορισμένα άτομα να αξιώνουν εύλογα ειδική νομοθετική μεταχείριση. Σύμφωνα με το άρθρο 131 του ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού. Στοιχεία λοιπόν της νομικής έννοιας της εξάρτησης είναι: α) η χρήση ναρκωτικής ουσίας, β) η διάρκεια της χρήσης επί κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να γίνει έξη και γ) η αδυναμία του χρήστη να αποβάλει αυτοβούλως τη σταθεροποιημένη πια συνήθεια της χρήσης. Βοηθητικό ρόλο κατά την εφαρμογή του νόμου πρέπει να παίζει και ο σχετικός ορισμός της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας. Σύμφωνα μ' αυτόν η εξάρτηση είναι μια κατάσταση ψυχική και μερικές φορές επίσης σωματική, που προκύπτει ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ ενός ζώντος οργανισμού και ενός ναρκωτικού, η οποία χαρακτηρίζεται από επιδράσεις στη συμπεριφορά ή άλλες που περιλαμβάνουν πάντοτε μια εσωτερική ώθηση για λήψη ναρκωτικών σε διαρκή ή περιοδική βάση με σκοπό τη βίωση ψυχικών εμπειριών και σε ορισμένες περιπτώσεις την αποφυγή των ενοχλήσεων που προκαλούνται από την έλλειψή της Βλ. Σ. Παύλου, Ναρκωτικά, σελ. 219.

Βασικό χαρακτηριστικό της περιγραφόμενης κατάστασης είναι η ανάγκη συνεχούς αύξησης των δόσεων, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με το είδος της ουσίας (διεγερτική, κατευναστική, παραισθησιογόνα). Υπάρχουν περιπτώσεις που ο τοξικομανής φθάνει να λαμβάνει τέτοια ποσότητα, που σε ένα φυσιολογικό άτομο θα επέφερε ακαριαίο θάνατο Βλ. Α. Κονταξή, όπ.π., σελ. 145. Ενδιαφέρουσα εξάλλου από ιατρικής απόψεως είναι η γνώμη του Ιταλού ψυχίατρου Luigi Cacrini, ο οποίος απαριθμεί τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της τοξικομανίας Βλ. Luigi Cacrin, Tossicomanie, σελ. 32, όπως παραπέμπεται από τον Σταθέα, όπ.π., σελ. 85: α) η ανάγκη συνέχισης της χρήσης της ουσίας, της οποίας η προμήθεια γίνεται με οποιοδήποτε τίμημα, β) η υπερβολική εξασθένιση οποιουδήποτε άλλου ενδιαφέροντος και της τάσης δημιουργίας διαπροσωπικών σχέσεων, γ) η αποδοχή ενός τυπικού κοινωνικού ρόλου και η υιοθέτηση δημόσιων συμπεριφορών που ανταποκρίνονται σ' αυτό το ρόλο.

Θα έγινε ήδη αντιληπτό ότι ο ορισμός της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας διακρίνει την εξάρτηση σε ψυχική και σωματική. Ο νόμος δεν κάνει κάτι τέτοιο στον ορισμό του άρθρου 13 1, το κάνει όμως στην 3, όπου ορίζει ότι οι πραγματογνώμονες πρέπει να καθορίζουν το είδος της εξάρτησης (σωματική ή ψυχική), ενώ ακόμη έμμεση αναγνώριση της διάκρισης υπάρχει στο άρθρο 14. Ως σωματική (ή φυσική) εξάρτηση θα πρέπει να νοηθεί η κατάσταση κατά την οποία η ναρκωτική ουσία έχει γίνει απαραίτητο στοιχείο των βιολογικών λειτουργιών του σώματος του χρήστη, έτσι ώστε η έλλειψη της να προκαλεί το λεγόμενο σύνδρομο στέρησης. Το σύνδρομο στέρησης είναι ευχερώς διαγνώσιμο στις οπιούχες ουσίες, όπως η μορφίνη και η ηρωίνη. Στις περιπτώσεις αυτές εμφανίζεται συνήθως 12 ώρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης και περιλαμβάνει αϋπνία, διεύρυνση της κόρης των οφθαλμών, ταχυκαρδία, άνοδο της αρτηριακής πιέσεως, βίαιο χασμουρητό μέχρις εξαρθρώσεως της κάτω σιαγόνας, έντονο φτάρνισμα, δάκρυα και υγρά από τη μύτη, μεγάλη ανορεξία, αδυναμία και κατάπτωση, ναυτία, εμετό, διάρροια, ρίγη και υπερβολική εφίδρωση, ενώ μπορεί να φτάσει μέχρι την επιληπτική κρίση Βλ. εκτενή περιγραφή του συνδρόμου στέρησης σε Λ. Καράμπελα, Ο τοξικομανής εγκληματίας, σελ. 33-35. Έντονο σύνδρομο στέρησης παρουσιάζει και η εξάρτηση από βαρβιτουρικά, οπότε εμφανίζονται επιληπτικές κρίσεις, τρέμουλο, τρομώδες παραλήρημα, ψυχωσικά επεισόδια κ.ά. Διαφορετική είναι η εμφάνιση της ψυχικής εξάρτησης, η οποία μπορεί να προκληθεί από όλες τις ναρκωτικές ουσίες και προσομοιάζει περισσότερο στην εξάρτηση από το αλκοόλ και το τσιγάρο. Το άτομο έχει υποβληθεί υποσυνείδητα στην ιδέα ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απόσχει της χρήσης της ουσίας χωρίς να του συμβεί κάτι κακό. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει σύνδρομο στέρησης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι στην πράξη δεν είναι πάντα εύκολη η διακρίβωση του είδους της εξάρτησης.

Η ελληνική νομολογία συνήθως παραθέτει αυτούσιο τον ορισμό του άρθρου 13 1 του ν.1729/1987. Αξίζει ν' αναφερθεί η απόφαση ΕφΑθ 1587/1995 Βλ. ΠοινΧρ 1996, σελ. 279, η οποία αναφέρει την τοξικομανία ως χρόνια δηλητηρίαση του οργανισμού και επισημαίνει την ανάγκη συνεχούς αύξησης της δόσης και τη δημιουργία ψυχικής ή σωματικής εξάρτησης. Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου Βλ. ΑΠ 744/77, ΠοινΧρ 1978 σελ. 48, ΑΠ 979/86, ΠοινΧρ 1986 σελ. 840, δεν αρκεί η μακροχρόνια χρήση ναρκωτικών για τη στοιχειοθέτηση της τοξικομανίας, αλλά πρέπει ακόμη ν' αποδειχθεί η αδυναμία αυτοδύναμης αποβολής της έξης.

4. Η επίκληση της τοξικομανίας ως αυτοτελής ισχυρισμός

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων μας ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής είναι αυτοτελής Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 6/95, ΠοινΧρ 1995 σελ. 303, ΑΠ 49/94, ΠοινΧρ 1994 σελ. 295, ΑΠ 1047/93, ΠοινΧρ 1993 σελ. 813, ΑΠ 1920/92, Υπερ. 1993 σελ. 298, ΑΠ 691/91, ΠοινΧρ 1991 σελ. 1157.>. Αυτοτελείς θεωρούνται οι ισχυρισμοί οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην απόσβεση του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής και όχι τα απλά επιχειρήματα και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της κατηγορίας Βλ. Α. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 840 και ενδεικτικά ΑΠ 1529/94, ΠοινΧρ 1994 σελ. 1269, ΑΠ 610/94, ΠοινΧρ 1994 σελ.749, ΑΠ 1450/93, ΠοινΧρ 1993 σελ.1268, ΑΠ 548/89, ΠοινΧρ 1990 σελ. 41. Δεδομένου λοιπόν ότι, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η ιδιότητα του τοξικομανούς αποτελεί λόγο άρσης ή μείωσης της ικανότητας καταλογισμού και επηρεάζει αποφασιστικά τα πλαίσια ποινικής τιμώρησης του δράστη, γίνεται φανερό ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί αυτοτελής. Συνέπεια του χαρακτηρισμού αυτού είναι η υποχρέωση του δικαστηρίου να λάβει σοβαρά υπόψη του τον ισχυρισμό και ν' απαντήσει σ' αυτόν με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η σχετική υποχρέωση έχει συνταγματικό χαρακτήρα και απορρέει αφενός από το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου (άρθρο 203 Συν), αφετέρου από τη γενική υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 933 Συν). Εάν το δικαστήριο δεν ασχοληθεί καθόλου με τον ισχυρισμό περί τοξικομανίας ή τον απορρίψει αναιτιολόγητα, η απόφαση μπορεί ν' αναιρεθεί για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 1 στ. δ ΚΠΔ) ή έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 2 σε συνδυασμό με άρθρο 510 1 στ. β ΚΠΔ). Μάλιστα ο ~Αρειος Πάγος έκρινε με την απόφαση 257/94 Βλ. ΠοινΧρ 1994 σελ. 378-379 πως η αιτιολογία, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο σύλληψής του, αλλά και προγενέστερα, ήταν τοξικομανής, είναι ελλιπής, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία τεκμηριώνουν τη μη αποδοχή της έννοιας της τοξικομανίας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αν προσκομίζονται στοιχεία ενδεικτικά της ύπαρξης τοξικομανίας, όπως λ.χ. μια ιατρική βεβαίωση, η αιτιολογία της τυχόν απόρριψης του ισχυρισμού θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν αναλυτικότερη. Για να ενεργοποιείται η παραπάνω υποχρέωση του δικαστηρίου πρέπει ο αυτοτελής ισχυρισμός να είναι ορισμένος και να προβάλλεται με σαφήνεια.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η νομολογία Βλ. ΑΠ 49/94, ΠοινΧρ 1994 σελ. 295 και ΝοΒ 1994 σελ. 468, δεν αρκεί η επίκληση μόνο του όρου, ότι εκείνος είναι τοξικομανής, αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσεως τούτων, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις.

Ένα ζήτημα που δίχασε τη νομολογία έχει να κάνει με τις συνέπειες της αναίρεσης μιας απόφασης λόγω αναιτιολόγητης απόρριψης της τοξικομανίας. Το ζήτημα έφθασε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, που έκρινε Βλ. ΟλΑΠ 7/95, ΠοινΧρ 1996 σελ. 474 και Υπερ. 1996 σελ. 755 ότι η αναίρεση καλύπτει μόνο τη διάταξη της απόφασης για τον αυτοτελή ισχυρισμό της τοξικομανίας και την απ' αυτόν εξαρτώμενη διάταξη της ποινής και όχι το σύνολο της απόφασης, δηλαδή και τη διάταξη περί ενοχής, με το σκεπτικό ότι η ιδιότητα του τοξικομανούς δεν στοιχειοθετεί νέο ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά διαφοροποιεί μόνο την ποινική μεταχείριση του δράστη. Υπήρξε αντίθετη μειοψηφία τριών μελών. Εκφράστηκαν αντιρρήσεις Βλ. Παρατηρήσεις Μ. Καϊάφα - Γκμπάντι, Υπερ. 1996 σελ. 757 με το επιχείρημα ότι τα εγκλήματα των τοξικομανών είναι αυτοτελή σε σχέση με τα βασικά εγκλήματα της νομοθεσίας των ναρκωτικών, αφού προστίθεται ως ειδοποιό στοιχείο συγκεκριμένη ιδιότητα του δράστη που αποδίδει μειωμένη ενοχή. Γίνεται, μάλιστα, παραλληλισμός με την περίπτωση της παιδοκτονίας, η οποία είναι αυτοτελές έγκλημα ως προς την ανθρωποκτονία Βλ. γενικά για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς Α. Καρρά, όπ.π. σελ.
840-843, Ν.Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης σελ. 425-428, Μ. Καϊάφα - Γκμπάντι, Αυτοτελείς ισχυρισμοί στην ποινική δίκη, Η δυναμική ενός νομολογιακού θεσμού, Υπερ. 1992 σελ. 159επ.

5. Η πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση της εξάρτησης

Καθώς το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες είναι ιατρικής φύσεως, ο νομοθέτης αποφάσισε να συνδέσει τη σχετική απόφαση του δικαστηρίου με την προηγούμενη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Στο αρχικό κείμενο του άρθρου 13 του ν.1729/1987 οριζόταν απλώς ότι η συνδρομή της ιδιότητας του τοξικομανούς διαπιστώνεται από το δικαστήριο ύστερα από πραγματογνωμοσύνη που διεξάγεται από ειδικό κέντρο αποτοξίνωσης ή από τον αρμόδιο τομέα Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία. Εκτεταμένες τροποποιήσεις επέφερε στη διάταξη ο ν.2161/1993 με σκοπό, όπως λέει η Εισηγητική Έκθεση, να καταστεί αδιάβλητη η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. Έτσι σήμερα τα θέματα της πραγματογνωμοσύνης ρυθμίζονται από τις 2 και 3 του άρθρου 13 του ν.1729/1987.

Το άρθρο 132 εδ. β προσδιορίζει το δυνητικό χαρακτήρα της πραγματογνωμοσύνης. Θεωρητικά το δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο την ιδιότητα του τοξικομανούς στηριζόμενο μόνο σε καταθέσεις μαρτύρων ή στην απολογία του κατηγορουμένου ή σε ιατρικές βεβαιώσεις ή σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία Βλ. Ι. Φαρσεδάκη Γ. Συλίκου, Ναρκωτικά, σελ. 246-247. Διαφορετική ήταν η ρύθμιση του νδ 743/1970, όπου θεσπιζόταν υποχρεωτική διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στην περίπτωση που το δικαστήριο επρόκειτο να καταλήξει στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής, όχι όμως και στην αντίθετη περίπτωση της απόρριψης της ιδιότητας τοξικομανούς. Πρακτικά, βέβαια, και σήμερα τα δικαστήρια πολύ σπάνια προχωρούν στην αναγνώριση της τοξικομανίας χωρίς αυτή να επιβεβαιώνεται από προηγούμενη πραγματογνωμοσύνη. Πάντως μετά τη μεταρρύθμιση του ν.2161/1993 παρασχέθηκε ένα ιδιόμορφο δικαίωμα στον κατηγορούμενο και θεσπίστηκε έτσι μια εξαίρεση από το δυνητικό χαρακτήρα της πραγματογνωμοσύνης. Συγκεκριμένα, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής, εντός 24 ωρών από τη σύλληψή του ή κατά την αρχική απολογία του, ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση είναι υποχρεωμένος να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η οποία διεξάγεται αμέσως μόλις γνωστοποιηθεί στους πραγματογνώμονες η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση εντός 48 ωρών (άρθρο 133 ν.1729/1987). Με τη ρύθμιση αυτή καταβάλλεται προσπάθεια να διεξάγεται η πραγματογνωμοσύνη σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρονικό διάστημα από τη σύλληψη του κατηγορουμένου, όταν ακόμη είναι ευχερής η σκιαγράφηση της κατάστασης στην οποία βρισκόταν κατά την τέλεση του εγκλήματος και προκειμένου να εκλείψει κάθε δυνατότητα αθέμιτου επηρεασμού του πραγματογνώμονα από τον κατηγορούμενο και τους συνηγόρους του Βλ. Εισηγητική Έκθεση ν.2161/1993, άρθρο 16. Αν λοιπόν ο κατηγορούμενος ασκήσει νόμιμα και εμπρόθεσμα το δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και ο ανακριτής ή ο ανακριτικός υπάλληλος δεν διατάξει πραγματογνωμοσύνη, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας με βάση το άρθρο 171 1 στ. δ ΚΠΔ. Βλ. Ι. Φαρσεδάκη Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 245-246, Γ. Συλίκου, Παραδόσεις Ανακριτικής, 1995, σελ. 55-57. ΟΠαρασκευόπουλος Βλ. Ν. Παρασκευόπουλου, Η καταστολή της διάδοσης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, σελ. 110- 111. και ο Κονταξής Βλ. Α. Κονταξή, όπ.π., σελ. 150 παρατηρούν ότι είναι υπερβολικό να εξαντλείται το παραπάνω δικαίωμα του κατηγορουμένου μέσα σε 24 ώρες, όταν ακόμα κρατείται στην ασφάλεια και ενδεχομένως δεν έχει επικοινωνήσει ακόμα με το δικηγόρο του. Πρόκειται, κατά την άποψη αυτή, για ρύθμιση που ευνοεί τους έμπειρους εμπόρους ναρκωτικών που έχουν συχνές εμπλοκές με τη νομοθεσία των ναρκωτικών και αδικεί τους άπειρους ή φτωχούς χρήστες ή μικροδιακινητές. Μάλιστα ο Παρασκευόπουλος θεωρεί ότι η δυνατότητα του δικαστηρίου να μην απαντά σε έναν εκπρόθεσμο ισχυρισμό τοξικομανίας συγκρούεται με το συνταγματικό δικαίωμα ακρόασης. Νομίζω ότι οι δυσχέρειες που δημιουργούνται μπορούν ν' αντιμετωπιστούν με την ορθή εφαρμογή του άρθρου 183 ΚΠΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι ανακριτικοί υπάλληλοι και το δικαστήριο δεν είναι απόλυτα ελεύθεροι να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη, αλλά οφείλουν να το πράξουν εφόσον απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Συνεπώς ο κατηγορούμενος μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι εξαρτημένος και πέρα από την προθεσμία των 24 ωρών κατά το ανακριτικό στάδιο, καθώς και ενώπιον του δικαστηρίου στον α ή το β βαθμό. Τότε ο ανακριτής ή το δικαστήριο θα πρέπει κατά κανόνα να διατάσσουν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εκτός από ακραίες περιπτώσεις υπότροπων κατηγορουμένων που σε προηγούμενες πραγματογνωμοσύνες βρέθηκαν μη εξαρτημένοι και προβάλλουν τον ισχυρισμό με ολοφάνερη διάθεση παρέλκυσης της δίκης. Ας δούμε τώρα ποια είναι τα αρμόδια όργανα διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης. Στο άρθρο 132 του ν.1729/1987 αναφέρονται ως τέτοια τα ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης, οι ψυχιατρικές κλινικές, τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Α.Ε.Ι της χώρας, οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες και τα νομαρχιακά ή περιφερειακά νοσοκομεία που έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν τέτοια πραγματογνωμοσύνη. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η ανάθεση της πραγματογνωμοσύνης σε τρεις γιατρούς, από τους οποίους ο ένας πρέπει να είναι ψυχίατρος. Πάντως η νομολογία έχει δεχτεί ότι δεν υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα των οργάνων και των προσώπων του άρθρου 132, αλλά έχουν εφαρμογή και οι γενικές διατάξεις των άρθρων 183-200 ΚΠΔ Βλ. ΤριμΕφΑΘ 492/1989, ΕλλΔ 1992 σελ. 475, ΠεντΕφΑθ. 708/1991, Υπερ. 1992 σελ. 1157.

Ζήτημα έχει προκύψει ως προς την υποχρέωση γνωστοποίησης των ονομάτων των πραγματογνωμόνων, ώστε ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του ν' ασκήσουν το δικαίωμα εξαίρεσης των άρθρων 191επ. ΚΠΔ και γενικότερα να μπορέσουν να παρακολουθήσουν το έργο των πραγματογνωμόνων. Ο Αρειός Πάγος σε παλιότερες αποφάσεις του Βλ. ΑΠ 140/53, ΠοινΧρ 1953 σελ. 317, ΑΠ 8/64, ΠοινΧρ 1964 σελ. 168 έκρινε ότι υποχρέωση γνωστοποίησης υπάρχει μόνο όταν διορίζονται πραγματογνώμονες από τον πίνακα και όχι όταν ανατίθεται η πραγματογνωμοσύνη σε ειδικά καθοριζόμενα από το νόμο εργαστήρια. Ορθότερη φαίνεται η κρατούσα στη θεωρία γνώμη Βλ. Φ. Ανδρέου, Ναρκωτικά, σελ.124-125, Γ. Σταθέα, όπ.π., σελ. 89-90, σύμφωνα με την οποία υποχρεούται σε κάθε περίπτωση ο ανακριτής ή το δικαστήριο να γνωστοποιήσει τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, όπως επιτάσσει το άρθρο 192 ΚΠΔ, γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με το άρθρο 13 ν.1729/1987 επιδίωξε ο νομοθέτης ν' αναιρέσει δικαίωμα θεσμοθετηθέν και μάλιστα για έγκλημα σε βαθμό κακουργήματος. Ενδέχεται κατά την ανάκριση ή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο να προκύψει ανάγκη εισαγωγής του κατηγορουμένου στο ψυχιατρείο προς παρατήρηση, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν είναι εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες ή όχι. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο υπό τους όρους του άρθρου 200 ΚΠΔ, δηλαδή την προηγούμενη θετική γνώμη των πραγματογνωμόνων, έστω κατά πλειοψηφία, και την κοινή απόφαση εισαγγελέα - ανακριτή ή την απόφαση του δικαστηρίου. Στη δικαστηριακή πρακτική όμως, διατάσσεται συχνά η εισαγωγή στο ψυχιατρείο χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων Βλ. Γ. Σταθέα, όπ.π., σελ. 91. Ελάχιστα χρειάζεται να τονιστεί ότι η πρακτική αυτή πλήττει βάναυσα την προσωπική ελευθερία του κατηγορουμένου, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 53 Συν. και η οποία μπορεί να περιορίζεται μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος. Ερχόμαστε τώρα στο καθαυτό περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της τοξικομανίας. Το άρθρο 133 ν.1729/87 ορίζει ποια είναι τα θέματα που πρέπει να καλούνται ν' απαντήσουν οι πραγματογνώμονες: αν υπάρχει εξάρτηση, ποιο είναι το είδος (σωματική ή ψυχική) και ο βαθμός της, ποιο είναι το εξαρτησιογόνο ναρκωτικό, η ημερήσια δόση, η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και ενδεχομένως η επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό. Με την ΥΑ Α2β/οικ.3982 (Κοιν. Ασφαλίσεων) της 7.10/4.11.1987 έχουν προκαθοριστεί ορισμένα βασικά κριτήρια διάγνωσης, στα οποία πρέπει να στηρίζεται ο πραγματογνώμονας, όπως λ.χ. το αν ο χρήστης καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες απ' αυτές που είχε πρόθεση ή έχει κάνει ανεπιτυχείς προσπάθειες να ελέγξει τη χρήση της ουσίας ή εμφανίζει καταστάσεις μέθης ή στερητικά συμπτώματα, ενώ αναλαμβάνει δραστηριότητες επικίνδυνες για τη σωματική ακεραιότητα ή έχει ανάγκη συνεχούς αύξησης της ποσότητας που καταναλώνει κ.λπ. Γενικότερα η δομή της πραγματογνωμοσύνης Βλ. Ι. Φαρσεδάκη / Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 262-265 έχει ως εξής: περιλαμβάνει κατ' αρχήν το αφηγηματικό μέρος, δηλαδή τη λήψη πλήρους ιστορικού της περίπτωσης και απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα της ΥΑ. Ο έμπειρος πραγματογνώμονας πρέπει να είναι σε θέση ν' αντιληφθεί αν ο κατηγορούμενος διηγείται πραγματικά δικές του ιστορίες ή έχει δεχθεί φροντιστήριο από άλλους αληθινούς τοξικομανείς. Το μέρος αυτό της πραγματογνωμοσύνης απαιτεί αναπόφευκτα μια διείσδυση στην ιδιωτική ζωή του κατηγορουμένου, η οποία πάντως ενόψει και του άρθρου 9 Συν. θα πρέπει να περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες. Το επόμενο στάδιο περιλαμβάνει τα κλινικά ευρήματα του πραγματογνώμονα από τη σωματική και ψυχιατρική εξέταση του χρήστη. Ιδιαίτερη σημασία έχουν εδώ οι βελονονυγμοί στα χέρια και τα πόδια, τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου, καθώς και η διαπίστωση ρινίτιδας, η οποία υποδεικνύει χρήση ναρκωτικών από τη μύτη (σνιφάρισμα). Ακολουθεί το στάδιο της εξέτασης εγγράφων, που σε ανύποπτο χρόνο ενδεικνύουν πιθανή χρήση ναρκωτικών, όπως ιατρικές βεβαιώσεις, έγγραφα νοσοκομείων ή κλινικών, απολυτήρια στρατού κ.ά. Τέλος, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να παραθέτει αναλυτική αξιολόγηση των ευρημάτων (σκεπτικό) και το τελικό της συμπέρασμα. Γνώμονας της δραστηριότητας του πραγματογνώμονα σε οποιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη πρέπει να είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο οποίος αναγορεύεται από το άρθρο 21 Συν. σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Ο κατηγορούμενος είναι πάντα υποκείμενο της ποινικής δίκης και ποτέ δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αντικείμενο αυτής, έστω κι αν το τίμημα είναι η απόκρυψη της αλήθειας. Έτσι η σωματική εξέταση του χρήστη για τον εντοπισμό των προαναφερθέντων ευρημάτων πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που δεν θίγει την αξιοπρέπεια και το αίσθημα της ντροπής του. Ασυμβίβαστες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι η χρήση ανιχνευτή αλήθειας, η ναρκοανάλυση και ο υπνωτισμός Bλ. Λ. Καράμπελα όπ.π., σελ. 261. Πρέπει εξάλλου να έχουμε υπόψη μας ότι η πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο και παρά τη θέληση του κατηγορουμένου. Σ' αυτή την περίπτωση η άρνησή του να υποβληθεί σε πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει την ύπαρξη ή όχι τοξικομανίας, ενόψει του δικαιώματος σιωπής που του αναγνωρίζεται Βλ. Λ. Μαργαρίτη, Ανθρώπινη αξιοπρέπεια Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και Σχέδιο νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, Υπερ. 1996, σελ. 467-486. Το δικαστήριο θα πρέπει ν' αναζητήσει άλλα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την κρίση του. Εξάλλου, όπως σε κάθε μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, έτσι και στην πραγματογνωμοσύνη πρέπει να εφαρμόζονται η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή του προσήκοντος βαθμού υπόνοιας ή δύναμης των ενδείξεων Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, όπ.π., σελ. 18-19. Το θέμα της δεσμευτικότητας της πραγματογνωμοσύνης για το δικαστήριο Βλ. σχετικά Μ. Καϊάφα Γκμπάντι. Θα έπρεπε μήπως το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης να είναι δεσμευτικό για το ποινικό δικαστήριο; σελ. 1046-1051, Λ. Κοτσαλή, Εισαγωγή στη Δικαστική Ψυχιατρική, σελ. 160-165 είναι πολύ μεγάλο και ξεφεύγει από την προβληματική της παρούσας μελέτης. Εδώ αρκεί να σημειωθεί ότι με βάση το άρθρο 132 εδ. α ν.1729/1987 η συνδρομή των προϋποθέσεων της τοξικομανίας διαπιστώνεται από το δικαστήριο, το οποίο απλώς βοηθούν οι πραγματογνώμονες. Το αντίθετο εξάλλου θα στερούσε τον κατηγορούμενο από το φυσικό του δικαστή κατά παράβαση του άρθρου 8 Συν. Όταν πάντως το δικαστήριο αρνείται ν' ακολουθήσει τη γνωμάτευση των πραγματογνωμόνων, πρέπει κατά την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου να αιτιολογεί την αντίθετη πεποίθησή του, στηριζόμενο σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, που αποκλείουν εκείνα τα οποία οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους Βλ. λ.χ. ΑΠ 1902/1987, ΠοινΧρ 1988 σελ. 409, ΑΠ 1165/1989, ΠοινΧρ 1990 σελ. 446. Η νομολογία μας βρίθει περιπτώσεων, στις οποίες απορρίπτεται η πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση της εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ως ατελής ή ασαφής ή αντιφατική. Αυτό συμβαίνει λ.χ. όταν η πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο από την τέλεση του εγκλήματος Bλ. ΑΠ 6/95, ΠοινΧρ 1995 σελ. 303 ή όταν δεν αναφέρεται καν ο κρίσιμος χρόνος χρήσης των ναρκωτικών Βλ. ΑΠ 243/95, ΠοινΧρ 1995 σελ. 591 ή όταν ο πραγματογνώμονας δεν υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε συστηματική παρακολούθηση, αλλά αρκέστηκε σε μια εξέτασή του Βλ. ΤριμΕφΠάτρας 314/91, αδημ. ή όταν ο πραγματογνώμονας δεν συνεκτιμά την επαγγελματική ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν αξιολογεί εάν αυτή είναι συμβατή με την κατάσταση της τοξικομανίας Βλ. ΣυμβΠλημΑθ 3414/92, Υπερ. 1993 σελ. 938. Ορθά όμως παρατηρείται Βλ. Ι. Φαρσεδάκη Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 252 ότι οι ατέλειες της πραγματογνωμοσύνης δεν πρέπει να αποβαίνουν σε βάρος του κατηγορουμένου οδηγώντας σε αυθαίρετη απόρριψη των ισχυρισμών του, αλλά θα πρέπει το δικαστήριο να διατάσσει συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης ή και αντικατάσταση των πραγματογνωμόνων.

6. Η ποινική τιμώρηση των τοξικομανών.

Στο άρθρο 13 4 του ν.1729/1987 ορίζονται τα πλαίσια ποινής που αντιμετωπίζει ο τοξικομανής διακινητής ναρκωτικών. Όσον αφορά στον εξαρτημένο χρήστη, αυτός παραμένει ατιμώρητος (άρθρο 134 εδ. α σε συνδυασμό με το άρθρο 121) και μόνο αν το επιθυμεί εισάγεται σε Ειδικό Θεραπευτικό Κατάστημα (άρθρο 193). Προφανώς ο νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη και λόγους αντεγκληματικής πολιτικής, θεωρεί ότι ο εξαρτημένος χρήστης χαρακτηρίζεται από πλήρη αδυναμία αντίστασης στον πειρασμό της χρήσης, ενώ ο εξαρτημένος διακινητής έχει απλώς μειωμένη δυνατότητα αντίστασης στην πώληση ναρκωτικών προς εξασφάλιση της δόσης του Βλ. Ν. Παρασκευόπουλου, όπ.π., σελ. 123. Η αντιμετώπιση των πράξεων διακίνησης από τοξικομανείς μεταβλήθηκε αρκετές φορές. Με το ν.1729/1987 αντιμετωπίστηκαν όλες πλημμεληματικά, με το ν.2161/1993 αντιμετωπίστηκαν όλες κακουργηματικά, ενώ με το ν.2408/1996 διαχωρίστηκαν οι συνήθεις μορφές υπό τις οποίες εμφανίζεται να λειτουργεί ο εξαρτημένος μικροδιακινητής (βαποράκι) και αντιμετωπίστηκαν πλημμεληματικά, ενώ οι πράξεις διακίνησης που αρμόζουν σε ιδιαίτερα επικίνδυνους μεγαλεμπόρους παρέμειναν κακουργήματα. Έτσι σήμερα η αγοραπωλησία, η καλλιέργεια, η κατοχή, η μεταφορά, η αποστολή, η παραλαβή, η συντέλεση στη διάδοση της χρήσης και η πλαστογράφηση ιατρικής συνταγής χορήγησης ναρκωτικών, όταν τελούνται από τοξικομανή, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 200.000 5.000.000 δρχ. (άρθρο 134 εδ. β). Αντίθετα το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών, η εισαγωγή τους σε στρατόπεδα, σωφρονιστικά καταστήματα κ.λπ., η ανάμειξή τους με τρόφιμα και ποτά, η παρασκευή ναρκωτικών, η διεύθυνση καταστήματος στα οποία γίνεται συστηματικά χρήση ναρκωτικών, η νόθευση ναρκωτικών και γενικά η οργάνωση των παραπάνω πράξεων, όταν τελούνται από τοξικομανή, τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 200.000 - 10.000.000 δρχ. (άρθρο 134 εδ. γ).
Ο Σταθέας παρατηρεί Βλ. Γ. Σταθέα, όπ.π., σελ. 100-101 ότι με την εφαρμογή του άρθρου 134 εδ. α η ανταλλαγή μικροποσοτήτων ναρκωτικών μεταξύ τοξικομανών χρηστών παραμένει ατιμώρητη, αφού θα πρόκειται για πράξη του άρθρο 121 (προμήθεια προς ιδία χρήση). Ορθότερη όμως είναι η γνώμη του Κονταξη Βλ. Α. Κονταξή, όπ.π., σελ. 151, σύμφωνα με την οποία αυτό ισχύει μόνο για εκείνον που προμηθεύεται την ουσία, ενώ εκείνος που τη δίνει υπάγεται στις διατάξεις της εμπορίας (άρθρο 5) και τιμωρείται με βάση τα εδ. Β και γ του άρθρου 134. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την 4 του άρθρου 12 του ν.729/87, που προστέθηκε με το άρθρο 91 του ν.2721/99, ειδικά η περίπτωση που κάποιος τοξικομανής, από τη μικροποσότητα ναρκωτικών που έχει προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, διαθέτει σε άλλον μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστικά χρήση κατέστη πλημμεληματική και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών.

7. Η εξάρτηση ως λόγος άρσης ή μείωσης του καταλογισμού

Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα στη θεωρία γνώμη, γίνεται δεκτό ότι η τοξικομανία, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ν.1729/1987, αποτελεί λόγο άρσης του καταλογισμού για τους διακινητές. Ο νομοθέτης λαμβάνει προφανώς υπόψη το ανθρωπίνως μη φευκτόν της υπαιτιότητας του εξαρτημένου χρήστη Βλ. Ι. Φαρσεδάκη / Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 242 , ο οποίος έχει εμπλακεί στο φαύλο κύκλο των ναρκωτικών και παρουσιάζει βιολογική αδυναμία διαμόρφωσης της συμπεριφοράς του κατά τρόπο συμβατό με τις επιταγές του νόμου. Είναι ευνόητο ότι η προσπάθεια του εξαρτημένου χρήστη να αποφύγει τις δυσμενέστατες συνέπειες του συνδρόμου στερήσεως δια της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δια της κυκλοφορίας αυτών, ώστε να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα χρήματα για τη δόση του, δεν μπορεί να καταλογιστεί σε ενοχή του, αφού η ασθένειά του κατακερματίζει τις αντιστάσεις του και κατευθύνει απόλυτα τη βούλησή του. Μ' αυτό το σκεπτικό ο νόμος θεσπίζει την ευνοϊκή μεταχείριση του εξαρτημένου δράστη που είδαμε πιο πάνω (άρθρο 134 ν.1729/1987). Ωστόσο, περιστασιακά εμφανίζεται στη νομολογία Βλ. ΣυμβΠλημΛειβαδιάς 27/91, Υπερ. 1992, σελ. 127 η ορολογία του προσωπικού λόγου απαλλαγής από την ποινή για την τοξικομανία. Για να θυμηθούμε τη διδασκαλία του Χωραφά Βλ. Ν. Χωραφά, Ποινικόν Δίκαιον Γενικαί Αρχαί, σελ. 356 στις περιπτώσεις αυτές ο δράστης δεν κρίνεται άξιος ποινής είτε α) για λόγους εσωτερικής ή διεθνούς πολιτικής σκοπιμότητας είτε β) γιατί κρίνεται ασήμαντος ο βαθμός επικινδυνότητας της προσωπικότητάς του. Η πρώτη περίπτωση σαφώς δεν συντρέχει εδώ ούτε όμως και η δεύτερη, καθώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διακίνηση ναρκωτικών από τοξικομανείς παρουσιάζει μικρότερη επικινδυνότητα από τη δραστηριότητα των μη εξαρτημένων εμπόρων. Συνεπώς ο όρος προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή δεν ευσταθεί. Αυτά ισχύουν όσον αφορά τα εγκλήματα του νόμου περί ναρκωτικών. Τίθεται όμως το ερώτημα ποια επίδραση ασκεί η τοξικομανία σε εγκλήματα κατά άλλων εννόμων αγαθών, κυρίως της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, τα οποία στοχεύουν στην εξασφάλιση των απαραίτητων χρημάτων για την απόκτηση της δόσης του τοξικομανούς χρήστη. Ο νομοθέτης δεν παίρνει σαφή θέση στο ζήτημα, ωστόσο αναφέρει στο άρθρο 143 του ν.1729/1987 ότι, κι αν ακόμα το δικαστήριο αθωώσει για έλλειψη καταλογισμού τοξικομανή δράστη, μπορεί, εφόσον το επιθυμεί αυτός, να διατάξει την εισαγωγή του σε Ειδικό Θεραπευτικό Κατάστημα. Επιλέγεται, δηλαδή, η εξέταση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το δικαστήριο των προϋποθέσεων των άρθρων 34 και 36 ΠΚ. Πράγματι, αρκετά συχνά τα δικαστήρια δέχονται την εφαρμογή του άρθρου 36 ΠΚ (ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό) σε υποθέσεις περιουσιακών εγκλημάτων από τοξικομανείς χρήστες Βλ. π.χ. ΠεντΕφΑθ 280/92, Υπερ. 1993 σελ. 97, ΕφΑθ 1186/95, ΠοινΧρ 1996 σελ. 399, χωρίς να αποκλείεται και η εφαρμογή του άρθρου 34 ΠΚ σε ακραίες περιπτώσεις έντονης σωματικής εξάρτησης. Ο Αρειός Πάγος, πάντως, έχει κρίνει Βλ. ΑΠ 1039/95, ΠοινΧρ1996 σελ. 71 ότι το δικαστήριο δεν οφείλει να θεωρήσει τον τοξικομανή κατηγορούμενο ως ελαττωμένου καταλογισμού, εφόσον δεν υποβληθεί σχετικός ισχυρισμός. Έχει υποστηριχθεί εξάλλου από το Συλίκο Βλ. Γ.Συλίκου, Εφαρμογή του άρθρου 13 ν.1729/1987 στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών εννόμων αγαθών που τελούνται από εξαρτημένους χρήστες ναρκωτικών ουσιών, Υπερ. 1993 σελ. 421 ότι η ελαττωμένη ικανότητα καταλογισμού στα οικονομικά εγκλήματα θα πρέπει να στηρίζεται απευθείας στο άρθρο 134 του ν.1729/1987, που αποτελεί νεότερη και ειδικότερη διάταξη από το άρθρο 36 ΠΚ. Γι' αυτό και θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να συμπεριληφθεί η τοξικομανία στο Γενικό Μέρος του ΠΚ. Η άποψη αυτή εντοπίζει το πρόβλημα στην αξιολογική αντινομία της έννομης τάξης, που δημιουργείται όταν θεωρείται ελαττωμένου καταλογισμού ο εξαρτημένος έμπορος ναρκωτικών και δεν συμβαίνει το ίδιο με τον εξαρτημένο χρήστη που διαπράττει κλοπή ή ληστεία για να προμηθευτεί τη δόση του, δεδομένου ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η νομολογία αναγνωρίζει διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εφαρμόσει το άρθρο 36 ΠΚ. Σε συνάρτηση με τα ζητήματα του καταλογισμού πρέπει ν' αναφερθεί και το πρόβλημα του συστηματικού χρήστη χασίς. Τα ελληνικά δικαστήρια σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζουν ως εξαρτημένους τους εν λόγω χρήστες, με την αιτιολογία ότι τα προϊόντα της κάνναβης προκαλούν μόνο ψυχική εξάρτηση και όχι σωματική. Ορθά όμως παρατηρείται Βλ. Φ. Ανδρέου, όπ.π, σελ. 127 ότι αν η κάνναβη κρίνεται εξαρχής απρόσφορη να προκαλέσει τοξικομανία, τότε θα έπρεπε να διαγραφεί από τους πίνακες των απαγορευμένων ναρκωτικών. Άλλωστε ο νομοθέτης, ο οποίος ζητά από τους πραγματογνώμονες να καθορίσουν το είδος της εξάρτησης (άρθρο 133 ν.1729/1987), φαίνεται να περιλαμβάνει στη νομική έννοια της εξάρτησης τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική. Πάντως και υπό την παρούσα νομολογία θα πρέπει να ερευνάται in concreto η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 36 ΠΚ, που ως γενική διάταξη ισχύει και στο πεδίο της ειδικής ποινικής νομοθεσίας Βλ. Ι. Φαρσεδάκη Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 268 και αναπτύσσει την ενέργειά της σε περιπτώσεις δραστών που δεν θεωρήθηκαν τοξικομανείς.

8. Η θεραπευτική μεταχείριση του τοξικομανούς

Το άρθρο 14 του ν.1729/1987 προσδιορίζει την ειδική μεταχείριση που επιφυλάσσει ο νόμος στο χρήστη, ο οποίος αποδείχθηκε με βάση τους όρους του άρθρου 13 ότι είναι εξαρτημένος από κάποια ναρκωτική ουσία και δεν μπορεί να αποβάλει αυτοδυνάμως την έξη αυτή. Το κράτος έχει αυτοδεσμευθεί με το άρθρο 213 Συν. να μεριμνά για την υγεία των πολιτών και να παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας. Δεδομένου λοιπόν ότι η τοξικομανία αναγνωρίζεται σε επιστημονικό επίπεδο παγκοσμίως ως μια βαριάς μορφής δηλητηρίαση του οργανισμού, δηλαδή ως μια πολύ σοβαρή ασθένεια, το κράτος είχε την υποχρέωση να προβλέψει τη δυνατότητα διαφορετικής αντιμετώπισης των τοξικομανών εγκληματιών από τον κοινό εγκλεισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα. Σ' αυτή τη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας προσπαθεί ν' ανταποκριθεί το άρθρο 14 του ν.1729/1987. Κατ' αρχήν ένα ζήτημα που δεν φαίνεται να επιλύεται από τη διατύπωση του νόμου είναι ποιών αξιόποινων πράξεων οι δράστες απολαμβάνουν της ειδικής μεταχείρισης του άρθρου 14. Κατά μια γνώμη Βλ. Γ. Σταθέα, όπ.π., σελ. 102-103 στην εμβέλεια της διάταξης εμπίπτει οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, είτε του ΠΚ είτε κάποιου ειδικού ποινικού
νόμου. Κατά άλλη γνώμη Βλ. παρατηρήσεις Γ. Συλίκου στην ΠεντΕφΑθ. 280/92, Υπερ. 1993 σελ. 97-101 ο όρος αξιόποινη πράξη αναφέρεται μόνο στις εγκληματικές υποστάσεις του ίδιου του νόμου περί ναρκωτικών. Ορθότερη είναι μάλλον η πρώτη γνώμη, δεδομένου ότι η ανάγκη θεραπείας του εξαρτημένου χρήστη δεν μεταβάλλεται ανάλογα με την πράξη που διέπραξε, ενώ σ' αυτή την άποψη συνηγορεί και η γενική διατύπωση του νόμου. Ας δούμε τώρα σε τι συνίσταται η ειδική μεταχείριση του άρθρου 14. Για να κατανοήσουμε τη συστηματική διάρθρωση της διάταξης πρέπει να διακρίνουμε τους τοξικομανείς σε εκείνους που έχουν εθιστεί σε ναρκωτικές ουσίες που προκαλούν πλήρη εξάρτηση (σωματική και ψυχική) και εκείνους που καταναλώνουν ουσίες, οι οποίες προκαλούν μόνο ψυχική εξάρτηση, λ.χ. χασίς. Στην περίπτωση των πρώτων, αν καταδικαστούν για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εισαγωγή τους σε Ειδικό Θεραπευτικό Κατάστημα ή Ειδικό Τμήμα Καταστήματος Κράτησης προς σωματική απεξάρτηση. Αν όμως πρόκειται για απλό χρήστη που κρίνεται μη τιμωρητέος (άρθρο 13 4 εδ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 121) ή για ακαταλόγιστο δράστη άλλης αξιόποινης πράξης, η εισαγωγή σε θεραπευτικό κατάστημα για σωματική απεξάρτηση διατάσσεται μόνο εφόσον το επιθυμεί ο δράστης. Διαφορετικά είναι τα πράγματα γι' αυτούς που έχουν υποστεί αποκλειστικά ψυχική εξάρτηση. Ο ψυχικά εξαρτημένος κατάδικος μπορεί να εισαχθεί σε θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης μόνο αν δηλώσει ο ίδιος ότι το επιθυμεί. Ο νομοθέτης έκρινε ορθά, σε αντίθεση με το αρχικό κείμενο του ν.1729/87, ότι η επιτυχής περάτωση του προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης είναι αδύνατη χωρίς τη σύμφωνη βούληση του εξαρτημένου Βλ. Παρασκευόπουλου, όπ.π., σελ. 99, Σ. Παύλου, όπ. π., σελ. 232, Ι. Φαρσεδάκη Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 281. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι πολύ περισσότερο απαιτείται η συναίνεση του απλού χρήστη ή του ακαταλόγιστου δράστη (άρθρο143), κάτι που ισχύει και για τη σωματική απεξάρτηση. Ο νόμος εξάλλου ορίζει ρητά ότι ο χρόνος παραμονής σε θεραπευτικό κατάστημα υπολογίζεται ως χρόνος προσωπικής κράτησης ή σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή κατά της ελευθερίας ως χρόνος έκτισης της ποινής. Ενδέχεται η ανάγκη σωματικής απεξάρτησης του τοξικομανούς να προκύψει κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Τότε η εισαγωγή σε θεραπευτικό κατάστημα διατάσσεται από τον ανακριτή μετά από σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα (άρθρο 141 εδ. β). Θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση διαφωνίας ανακριτή - εισαγγελέα θα εφαρμοστεί το άρθρο 307 ΚΠΔ και αυτή θα λυθεί από το συμβούλιο πλημμελειοδικών Βλ. Α. Κονταξή, όπ.π., σελ 160. Για να είμαστε βέβαια ρεαλιστές θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα του άρθρου 14 στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Ως τέτοια χρησιμοποιούνται διάφορα τμήματα των ήδη υπαρχουσών φυλακών, όπως το Ψυχιατρικό Παράρτημα των Φυλακών Κορυδαλλού, το Τμήμα Ψυχικώς Πασχόντων και Τοξικομανών που λειτουργεί στην Κεντρική Φυλακή Γυναικών, το Τμήμα Ψυχικώς Πασχόντων και Τοξικομανών της Φυλακής της Κέρκυρας, καθώς επίσης τα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία Αττικής και Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για σοβαρότατη παράλειψη της Πολιτείας, που επιβάλλει το συγχρωτισμό των ασθενών ναρκομανών με κοινούς εγκληματίες, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη τη συνειδητοποίηση της αξίας της ζωής και την ανάπτυξη ισχυρής βούλησης απεξάρτησης. Η φάση της σωματικής απεξάρτησης περιλαμβάνει κατά βάση τη χορήγηση φαρμάκων με σκοπό την αντιμετώπιση του στερητικού συνδρόμου, σε συνδυασμό με την υποστήριξη των φυσιολογικών λειτουργιών του σώματος Βλ. Ι. Φαρσεδάκη / Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ 282-283. Στη φάση αυτή, εκτός από τις καθαρά ιατρικές μεθόδους, χρήσιμες είναι και οι κάθε είδους ψυχοθεραπείες, η συμβουλευτική στήριξη, η δημιουργία ομάδων αυτοβοήθειας, οι θεραπευτικές κοινότητες κ.λπ. Εντελώς πρόσφατα χρησιμοποιούνται στο εξωτερικό και ορισμένες πιο σύγχρονες μέθοδοι, όπως ο υπνωτισμός, ο υπερβατικός διαλογισμός κ.ά. Η πιο ανώδυνη φάση της ψυχικής απεξάρτησης περιλαμβάνει τη θεραπεία υπό την εποπτεία ψυχιάτρου, την ανάπτυξη ενδιαφερόντων (hobbies) στον ασθενή και τέλος την επαγγελματική εκπαίδευση με στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση μετά το πέρας του προγράμματος Βλ. Ι. Φαρσεδάκη / Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 288-289. Ιδιαίτερα αποτελεσματική θεωρείται η στελέχωση του προσωπικού θεραπευτικών ιδρυμάτων από πρώην χρήστες ναρκωτικών Βλ. Ι. Φαρσεδάκη / Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 523επ , οι οποίοι μπορούν να διεισδύσουν στον ιδιόμορφο ψυχισμό των τοξικομανών και να δημιουργήσουν σχέση εμπιστοσύνης με αυτούς. Μόλις που χρειάζεται να τονιστεί ότι το προσωπικό πρέπει σε όλες τις φάσεις της θεραπείας να σέβεται απόλυτα την αξιοπρέπεια των ασθενών και λόγω του άρθρου 21 Συν. και γιατί μόνο μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να τονώσει την αυτοπεποίθηση των ανθρώπων αυτών. Επανερχόμενοι στα νομικά ζητήματα του άρθρου 14 πρέπει να εξετάσουμε ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος Βλ. Σ. Παύλου, όπ.π., σελ. 230-231, Ι. Φαρσεδάκη / Γ. Συλίκου, όπ.π., σελ. 289-291, Ν. Παρασκευόπουλου, όπ.π., σελ. 114-119, κατά τον οποίο πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εξάρτησης, προκειμένου να τύχει ο κατηγορούμενος της ειδικής μεταχείρισης του άρθρου αυτού. Επειδή η εξάρτηση αποτελεί λόγο άρσης ή μείωσης του καταλογισμού, για να επιβληθούν τα μειωμένα πλαίσια ποινής του άρθρου 134, θα πρέπει να συντρέχει η ιδιότητα του εξαρτημένου κατά την τέλεση της πράξης. Η υπαγωγή όμως στην ειδική μεταχείριση του άρθρου 14 θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη της εξάρτησης κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης. Εστί, αν ο δράστης απεξαρτήθηκε πριν από τη δίκη θα αντιμετωπίσει τις μειωμένες ποινές του άρθρου 134, αλλά δεν υπάρχει βέβαια λόγος να διαταχθεί η εισαγωγή του σε θεραπευτικό κατάστημα. Διαφορετική ήταν η λύση προ του ν.2161/1993, όταν η υποβολή του δράστη σε αποτοξίνωση ήταν υποχρεωτική για το δικαστήριο, κατάσταση που αποδόθηκε ειρωνικά από τον Παρασκευόπουλο με τη φράση είσαι, δεν είσαι εξαρτημένος, θα απεξαρτηθείς. Μάλιστα ο απεξαρτημένος δράστης θα πρέπει να δικαιούται την ειδική υφ' όρον απόλυση του άρθρου 142, με την οποία θ' ασχοληθούμε στη συνέχεια, γιατί διαφορετικά θα του δίναμε ένα κίνητρο να μην απεξαρτηθεί πριν από τη δίκη. Αντίθετα ο δράστης που απέκτησε την εξάρτηση μετά την τέλεση της πράξης και πριν τη δίκη θα κριθεί στα κανονικά πλαίσια ποινής, θα του επιτραπεί η υποβολή σε διαδικασία απεξάρτησης, αλλά δεν θα δικαιούται την ειδική υφ' όρον απόλυση. Υπάρχει τέλος η περίπτωση του δράστη που απέκτησε την εξάρτηση μετά την τέλεση της πράξης και απεξαρτήθηκε πριν από τη δίκη, οπότε κρίνεται στα κανονικά πλαίσια ποινής, δεν υποβάλλεται σε διαδικασία απεξάρτησης και δεν δικαιούται την ειδική υφ' όρον απόλυση.

Είναι όμως καιρός να δούμε από κοντά την ειδική υφ' όρον απόλυση του άρθρου 142. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στον καταδικασθέντα σε φυλάκιση που ολοκλήρωσε με επιτυχία θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, μπορεί να χορηγηθεί υφ' όρον απόλυση ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου κατά τα άρθρα 105επ ΠΚ χρόνου. Το ευεργέτημα αυτό προβλέπεται μόνο στην ποινή της φυλάκισης και όχι στην κάθειρξη, δηλαδή μόνο στις περιπτώσεις του άρθρου 134 εδ. β, οι οποίες κατά τη στάθμιση του νομοθέτη αποτελούν τις συνήθεις μορφές εμφάνισης των εξαρτημένων μικροδιακινητών. Η απόλυση χορηγείται με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, μετά από απλή γνώμη του επιστημονικού συμβουλίου του Ειδικού Θεραπευτικού Καταστήματος και σύμφωνη γνώμη ενός από τους φορείς του άρθρου 13 < 2, οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν αν όντως συντελέστηκε η απεξάρτηση του καταδικασθέντος. Στον απολυόμενο μπορεί να τεθεί ως όρος η τακτική υποβολή σε βιοχημικές, τοξικολογικές ή άλλες εξετάσεις, για να διαπιστώνεται κάθε φορά αν ξανάρχισε τη χρήση ναρκωτικών. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, η απόλυση ανακαλείται με νέο βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών. Η υφ' όρον απόλυση του άρθρου 142 είναι ανεξάρτητη από την απόλυση των άρθρων 105επ ΠΚ και μπορεί να διαταχθεί χωρίς να εκτιθεί το ποσοστό ποινής που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, ενώ και αντίστροφα μπορεί να μη διαταχθεί η απόλυση του τοξικομανούς που δεν έχει ολοκληρώσει τη θεραπευτική αγωγή του, έστω κι αν συμπλήρωσε τα απαιτούμενα από τα άρθρα 105επ ΠΚ χρονικά όρια Βλ. Γνμδ.7/1991 ΑντεισΑΠ (Δ.Τσεβά), ΝοΒ 1992 σελ. 146. Ο σκοπός της υφ' όρον απόλυσης του ΠΚ είναι αμιγώς σωφρονιστικός, ενώ η υφ' όρον απόλυση του ν.1729/1987 εξυπηρετεί παράλληλα και θεραπευτικούς σκοπούς Βλ. Γ. Συλίκου, Δεδικασμένο από αλλοδαπή ποινική απόφαση σε περίπτωση υπό όρο απόλυσης του κατηγορουμένου, Υπέρ. 1992 σελ. 736-739.

9. Η συζήτηση για το θεραπευτικό μοντέλο συνεχίζεται

Η πρακτική εφαρμογή του θεραπευτικού μοντέλου που περιγράφει ο ν.1729/1987, αλλά και οι διατάξεις του ν.2331/95 περί οικειοθελούς εισαγωγής σε θεραπευτικές κοινότητες, κάθε άλλο παρά επιτυχημένη μπορεί να θεωρηθεί. Αυτό φανερώνουν πρωτίστως τα μεγάλα ποσοστά υποτροπής, τα οποία εμφανίζονται μετά το πέρας του θεραπευτικού προγράμματος. Οι θεραπευτικές κοινότητες, οι οποίες σήμερα στη χώρα μας δεν ξεπερνούν τις 5-6, έχουν κατ' αρχήν τεράστιο πρόβλημα χωρητικότητας: υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 50.000 άτομα που χρήζουν θεραπείας και οι κοινότητες έχουν τη δυνατότητα να θεραπεύουν περίπου 500 άτομα το χρόνο Βλ. Φ. Ανδρέου, όπ.π., σελ. 131, με αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία των τοξικομανών είτε να καταλήγουν στις ειδικές πτέρυγες των φυλακών είτε να αφήνονται ελεύθεροι αν κρίθηκαν αθώοι ή δεν έχουν υπόλοιπο ποινής. Έτσι έχουμε φθάσει σήμερα στο σημείο το 37% των κρατουμένων στις φυλακές να σχετίζεται με κάποιο τρόπο με τη νομοθεσία περί ναρκωτικών. Όλα αυτά ξεκινούν από την κοινωνική αντιμετώπιση της τοξικοεξάρτησης ως μιας ιδιότυπης ασθένειας, περισσότερο ηθικού παρά βιολογικού χαρακτήρα Βλ. Α. Κουκουτσάκη, Η θεραπευτική μεταχείριση του τοξικοεξαρτημένου εγκληματία από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (με ειδική αναφορά στην ελληνική νομοθεσία) σε Ίδρυμα Μαραγκοπούλου, Η στέρηση της ελευθερίας στο ποινικό σύστημα και τα δικαιώματα του ανθρώπου, σελ. 301, με συνέπεια η Πολιτεία να μην παρέχει τους οικονομικούς πόρους που παρέχει λ.χ. για την αντιμετώπιση του καρκίνου ή άλλων ασθενειών. Όμως η χρήση ναρκωτικών, ιδιαίτερα όταν έχει φθάσει στο επίπεδο της τοξικομανίας, είναι ένα τεράστιο κοινωνικό φαινόμενο που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με απλοποιημένους όρους καταστολής και κοινωνικής περιθωριοποίησης, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με βασικές παραδοχές του ποινικού δικαίου στο πεδίο του καταλογισμού. Η πορεία λοιπόν προς ένα αποτελεσματικό θεραπευτικό μοντέλο συνεχίζεται και θα συνεχίζεται για πολύ ακόμα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. Ελληνική βιβλιογραφία
Ι. Συγγράμματα

1. Ανδρέου Φ., Ναρκωτικά, Λάρισα 1994.

2. Ανδρουλάκης Ν., Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1994.

3. Γρίβας Κ.,Ναρκωτικά: Το τίμημα της καταστολής, Εκδοτική Θεσσσαλονίκης 1991.

4. Καϊάφα - Γκμπάντι Μ. / Συμεωνίδου - Καστανίδου Ε. Ναρκωτικά, στη σειρά: Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1998.

5. Καράμπελας Λ., Ο τοξικομανής εγκληματίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1988.

6. Καρράς Αργ., Ποινικό δικονομικό δίκαιο, 2 έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1998.

7. Κονταξής Αθ., Ποινικό Δίκαιο και Ναρκωτικά, Εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλα / Δίκαιο και Οικονομία, Αθήνα 1998.

8. Κοτσαλής Λ. Γνώση και άγνοια του αδίκου, 2έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1988.

9. Κοτσαλής Λ., Εισαγωγή στη δικαστική ψυχιατρική: βασικά στοιχεία, 2η έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1996.

10. Μπάκας Χ. Η δικονομική λειτουργία της πραγματογνωμοσύνης στην ποινική δίκη, (Ποινικά 31) Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1990

11. Πανούσης Γ. Ναρκωτικά - η άλλη όψη του πραγματικού, Αθήνα 1981.

12. Παύλου Σ. Ναρκωτικά - Δογματικά & ερμηνευτικά προβλήματα του Ν. 1729/1987, Εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλα / Δίκαιο και Οικονομία, 1997.

13. Παρασκευόπουλος Ν. Η καταστολή της διάδοσης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1997.

14. Παρασκευόπουλος Ν. Η καταστολή της χρήσης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, Εκδόσεις Εξάντας, 1988.

15. Σταθέας Γ. Ερμηνεία του νέου νόμου περί ναρκωτικών, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 1988.

16. Σταθέας Γ. Η πραγματογνωμοσύνη εις την ποινικήν δίκην, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1981.

17. Συλίκος Γ. Παραδόσεις Ανακριτικής (1995), Αθήνα 1995

18. Φαρσεδάκης Ι. - Συλίκος Γ. Ναρκωτικά: Νομική και εγκληματολογική διάσταση στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρία, νομολογία, υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 1996.

19. Χωραφάς Ν. Ποινικόν Δίκαιον - Γενικαί Αρχαί, Αθήνα 1964, 7η έκδοση, Εκδόσεις Αφοι Σάκκουλα.

ΙΙ. Άρθρα

1. Ανδρουλάκης Ν. Ο ψυχίατρος πραγματογνωμών εν τη ποινική δίκη, ΠοινΧρ 1973, σελ. 321

2. Καϊάφα - Γκμπάντι Μ. Αυτοτελείς ισχυρισμοί στην ποινική δίκη: η δυναμική ενός νομολογιακού θεσμού, Υπερ. 1992, σελ. 181

3. Καϊάφα - Γκμπάντι Μ. Θα 'πρεπε μήπως το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης να είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο;, Αρμ. 1983, σελ. 1046

4. Καϊάφα - Γκμπάντι Μ.Παρατηρήσεις στην ΟλομΑΠ 7/95, Υπερ. 1996, σελ. 755

5. Κουκουτσάκη Α. Η θεραπευτική μεταχείριση του τοξικοεξαρτημένου εγκληματία από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (με ειδική αναφορά στην ελληνική νομοθεσία), στο συλλογικό τόμο του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου: Η στέρηση της ελευθερίας στο ποινικό σύστημα και τα δικαιώματα του ανθρώπου, Αθήνα 1991, σελ. 301

6. Μαργαρίτης Λ., Ανθρώπινη αξιοπρέπεια - ΚΠΔ και Σχέδιο νέου ΚΠΔ, Υπερ. 1996, σελ. 467

7. Παρασκευόπουλος Ν. Ποινική ευθύνη από αυτοκαταστροφικές πράξεις, Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4 (1989), σελ. 58

8. Σπυράκος Δ. Η ποινική καταστολή των ναρκωτικών. Η λύση ή το πρόβλημα;, Υπερ. 1993 σελ. 1031.

9. Συλίκος Γ.Εφαρμογή του άρθρου 13 Ν. 1729/87 στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών εννόμων αγαθών που τελούνται από εξαρτημένους χρήστες ναρκωτικών ουσιών, Υπερ. 1993 σελ. 421.

10. Συλίκος Γ. Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 13 Ν. 1729/87 στο πλαίσιο του νόμου 1916/90, Υπερ. 1992 σελ. 1535.

11. Συλίκος Γ. Παρατηρήσεις στην ΠεντΕφΑθ 708/91, Υπερ. 1992 σελ. 1159.

12. Συλίκος Γ. Παρατηρήσεις στη ΣυμβΠλημΑθ 3414/92, Υπερ. 1993 σελ. 940.

13. Συλίκος Γ. Δεδικασμένο από αλλοδαπή ποινική απόφαση σε περίπτωση υπό όρο απόλυσης του κατηγορουμένου, Υπερ. 1992 σελ. 736.

14. Φωτάκης Ν. Καταλογισμός και ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, ΠοινΧρ 1983 σελ. 682.

Β. Ξένη βιβλιογραφία

1. Blumir G. Ηρωίνη (μετάφραση Ν. Αλιβιζάτου), Εκδόσεις Νέα Σύνορα - Α.Α Λιβάνη, Αθήνα 1984.

2. Bailey F. Lee. Rothblatt Henry B. Handling Narcotic and Drug Cases, Τhe Lawyers Co-operative Publishing Co., 1972.

3. Cacrini L. Tossicomanie

4. Eberth Alexander M. Eckhart, Verteidigung in Bet ubungsmitelsachen, R.v. Decker - C.F.M Βller, Heidelberg 1985.

5. Hug-Beeli Gustav, Bet Ε ubungsmitteldelikte, Schulthess Polygraphischer Verlag, Zric 1983.

6. Jaffe Jerame - Peterson Robert - Hodgon Roy, Ναρκωτικά - Τσιγάρο - Αλκοόλ (μετάφραση Ο. Μαράτου / Μ. Σολμά), Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 1980.

7. Κrner H.H, Bet ubungsmittelgesetz, Αuflage, M nchen 1994.

8. Lydiate P.W.H., The Law relating to the misuse of drugs, Butterworths, London 1977.

9. Sch tz Scheifele Kornelie, Bet ubungsmittelstrafrecht, Sch Ε uble Verlag, 1988.

10. Joachimski J. Bet Εubungsmittelgesetz, Auflage, Richard Boorberg Verlag, 1996.

---------------------------------
ΠΗΓΗ: Νομική Επιθεώρηση

http://www.lawnet.gr/case_study.asp?PageLabel=3&MeletID=103

 

Cannabis Seeds
You are here
{alt}