cannabishellas.com

Η αλήθεια βρίσκετε κριμένη κάπου εκεί έξω ..

Get Adobe Flash player

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

στο σχέδιο νόµου «Κώδικας Ναρκωτικών»

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Προοίµιο

Η διάδοση των ναρκωτικών, φαινόµενο µε παγκόσµιες

και µε εθνικές διαστάσεις, συνεχίζει να πλήττει τη σύγ-

χρονη κοινωνία. Παγκοσµίως ο αριθµός όσων καταχρώ-

νται ναρκωτικά υπερβαίνει τα 20.000.000 ανθρώπων (βλ.

United Nations Office of Drugs and Crime, Principles of

Drug Dependence Treatment, N. York 2009). Στη χώρα

µας ο αριθµός των θανάτων που επισήµως συνδέονται

µε την κατάχρηση ναρκωτικών κυµαίνονται περί τους

300. Εξαιρετικά επιβαρυντικό είναι το γεγονός ότι περί

το 40% κινείται το ποσοστό των κρατουµένων στις ελλη-

νικές φυλακές µε καταδίκες που άµεσα αφορούν τα ναρ-

κωτικά. Σύµφωνα µε στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύ-

νης, κατά τον Αύγουστο 2010, 4.116 από ένα σύνολο

11.834 κρατουµένων ανήκαν στην κατηγορία αυτή, ενώ

πολλοί επιπλέον κρατούνται για εγκλήµατα εµµέσως

πλην σαφώς συνδεόµενα µε τη διάδοση των ναρκωτικών

(κλοπές, ληστείες, πλαστογραφίες, σωµατεµπορία, νοµι-

µοποίηση παράνοµων εσόδων κ.λπ.).

Με δυο λόγια, ο µεγάλος αριθµός των κρατουµένων

για πράξεις σχετικές µε τα ναρκωτικά συνιστά κύριο αί-

τιο της υπερφόρτωσης των ελληνικών φυλακών.

Είναι σαφές ότι οι δυσµενείς συνέπειες του συγκεκρι-

µένου φαινοµένου κατατάσσονται σε δυο µεγάλες κατη-

γορίες. Από τη µια πλευρά πλήττουν την υγεία, φθάνο-

ντας στην χειρότερη περίπτωση στην πρόκληση θανά-

των. Από την άλλη συναντώνται κοινωνικοψυχολογικές

συνέπειες, µε µεγαλύτερη την ανάπτυξη εγκληµατικότη-

τας: Ο κοινωνικός αποκλεισµός των εξαρτηµένων, η δυ-

στυχία των οικογενειών, η υπερφόρτωση των φυλακών

και η προσφορά γόνιµου υπεδάφους στο οργανωµένο έ-

γκληµα συνιστούν τις ιδιαίτερες όψεις του γενικού φαι-

νοµένου.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπί-

νων Δικαιωµάτων δεν µπορούσε να µείνει αδιάφορο

µπροστά σε αυτό το φαινόµενο. Έτσι, µε την υπ΄ αριθµ.

27788/17.3.2010 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης,

Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, συγκροτήθη-

κε Ειδική Νοµοπαρασκευαστική Επιτροπή, αποτελούµε-

νη από τους Νικόλαο Παρασκευόπουλο, Καθηγητή Νοµι-

κής του Αριστοτέλειου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης,

ως Πρόεδρο, Λεωνίδα Κοτσαλή, Καθηγητή Νοµικής του

Καποδιστριακού Πανεπιστηµίου Αθηνών, Ευσταθία Λα-

µπροπούλου, Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστηµίου Αθη-

νών, Αλέξανδρο Κωστάρα, Αναπληρωτή Καθηγητή Νοµι-

κής του Δηµοκρίτειου Πανεπιστηµίου Θράκης, Ιωάννη

Μπέκα, Αναπληρωτή Καθηγητή Νοµικής του Δηµοκρίτει-

ου Πανεπιστηµίου Θράκης, Μινέρβα-Μελποµένη Μαλ-

λιώρη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νοµικής του Καποδι-

στριακού Πανεπιστηµίου Αθηνών, Νικόλαο Βόκα, Πρόε-

δρο Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνο Κοσµάτο,

Ειδικό Επιστήµονα στο Δηµοκρίτειο Πανεπιστήµιο Θρά-

κης, Νικόλαο Καρακούκη, Ιατροδικαστή Α΄ Τάξεως της

Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά, Κωνσταντίνο Πανα-

γιωτόπουλο, Αστυνόµο Α΄ της Δίωξης Ναρκωτικών Αττι-

κής, Γρηγόριο Τσόλια, Δικηγόρο Αθηνών, ως µέλη και

γραµµατέα την Ν. Κωνσταντίνου, προκειµένου να προβεί

στην αναµόρφωση των διατάξεων του Κώδικα Νόµων

για τα Ναρκωτικά. Η Επιτροπή σε σύντοµο χρονικό διά-

στηµα υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας

και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων σχέδιο νόµου µε πλήρη Αι-

τιολογική Έκθεση, προβαίνουσα στη σύνταξη νέου σχε-

δίου Κώδικα επί τη βάσει του οποίου συντάχθηκε το προ-

κείµενο σχέδιο νόµου.

Στη χώρα µας πρώτο θεµέλιο της ισχύουσας σχετικής

νοµοθεσίας αποτέλεσε ο ν. 1729/1987, ο οποίος εισήγα-

γε χρήσιµες διακρίσεις στην ποινική µεταχείριση και ί-

δρυσε τον πρώτο πανελλήνιο οργανισµό απεξάρτησης,

το ΚΕΘΕΑ. Η αφιέρωση του άρθρου 1 του συγκεκριµέ-

νου νόµου στην ίδρυση αυτή αποτελούσε ένα δείγµα

συµβολικής προτεραιότητας της θεραπευτικής προσέγ-

γισης στη συνείδηση του τότε νοµοθέτη.

Έκτοτε οι νοµοθετικές επεµβάσεις ήταν πολύ συ-

χνές. Η πρώτη έλαβε χώρα (ν. 1738/1987) δύο µόλις µή-

νες µετά την ψήφιση του βασικού νοµοθετήµατος, ενώ η

τελευταία (ν. 3811/2009) είναι πρόσφατη και ήδη αισθη-

τή στη δικαστηριακή πράξη. Ανάµεσα σε όσες µεσολά-

βησαν οπωσδήποτε ξεχωρίζει ο ν. 2161/1993, η ίδρυση

του ΟΚΑΝΑ και η παροχή υποκαταστάτων στους εξαρτη-

µένους από ναρκωτικά. Οι αποσπασµατικές, έστω, αυτές

µεταρρυθµίσεις έχουν συµβάλει στη διόρθωση αρκετών

ακαµψιών. Επίσης η κωδικοποίηση των ρυθµίσεων (ν.

3459/2006) διευκόλυνε σηµαντικά την εφαρµογή τους.

Αξιοσηµείωτη διεθνή εξέλιξη στο θεσµικό πεδίο κατά

τα τελευταία έτη συνιστά η έκδοση της απόφασης –

πλαίσιο του Συµβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2004

(2004/757/ΔΕΥ) για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων

σχετικά µε τα στοιχεία της αντικειµενικής υπόστασης

των εγκληµάτων και µε τις ποινές που ισχύουν στον το-

µέα της παράνοµης διακίνησης ναρκωτικών.

Ορισµένες από τις διατάξεις της συγκεκριµένης από-

φασης ήδη οδήγησαν σε επιµέρους προσαρµογές της

ελληνικής ποινικής νοµοθεσίας (βλ. π.χ. άρθρο 33 α.ν.

3459/2006 που προστέθηκε µε το άρθρο 12 του ν. 3727/

2008). Κατά τα λοιπά, οι περιλαµβανόµενοι στο άρθρο 2

της παραπάνω Απόφασης – Πλαίσιο ορισµοί δεν απέ-

χουν από τους αντίστοιχους της ισχύουσας ελληνικής

ποινικής νοµοθεσίας. Όσο για τις προτεινόµενες (άρθρο

4 της ίδιας Απόφασης) ως αποτελεσµατικές, ανάλογες

και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, καταρχήν παρατη-

ρείται ότι από το συγκεκριµένο ευρωπαϊκό θεσµικό ερ-

γαλείο δεν µπορούν να προκύψουν δεσµεύσεις για συ-

γκεκριµένα ύψη ποινών. Γίνεται ωστόσο σαφές ότι τα

θεσπιζόµενα από την Απόφαση – Πλαίσιο όρια ποινής,

τόσο για τα βασικά εγκλήµατα διακίνησης ναρκωτικών ό-

σο και για τις βαρύτερες µορφές, είναι αισθητά χαµηλό-

τερα από τα αντίστοιχα της ελληνικής νοµοθεσίας.

Εν τω µεταξύ, οι πραγµατικές εξελίξεις στο διεθνή και

στον εγχώριο ορίζοντα κατά την τελευταία τριακονταε-

τία υπερακόντισαν ποσοτικά και ποιοτικά τις προβλέψεις

του νοµοθέτη. Σηµειώνουµε τα κυριότερα ευρήµατα:

Α) Η ανάπτυξη των διακρατικών σχέσεων, της τεχνο-

λογίας και των επικοινωνιών ενίσχυσε τις δυνατότητες

και δραστηριότητες του οργανωµένου εγκλήµατος.

Β) Ορισµένες ναρκωτικές ουσίες συνδέθηκαν µε την

ψυχαγωγία των νέων, πράγµα που συντέλεσε σε ευρύ-

τερη διάδοσή τους.

Γ) Η στήριξη της προληπτικής πολιτικής ιδίως στην κα-

ταπολέµηση της προσφοράς, δηλαδή του εµπορίου, διέ-

ψευσε τις προσδοκίες. Προέκυψε ότι µόνο ο συνδυα-

σµός πολιτικών κατά της προσφοράς και κατά της ζήτη-

σης ναρκωτικών, κι όχι µονοµερώς η επιβάρυνση των

Page 2

ποινών, εµφανίζει αποτελεσµατικότητα.

Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από

πρόσφατη ειδική συγκριτική για τις ποινές Έκθεση του

Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα Ναρκωτικά και τις

Εξαρτήσεις (European Monitoring Centre for Drugs and

Drug Addiction, Selected Issue 2009. Drug Offences: Sen-

tencing and other Outcomes). Η συγκεκριµένη Έκθεση ε-

πισηµαίνει ότι παρά την έκδοση της Απόφασης – Πλαίσιο

του 2004 οι νοµοθεσίες των ευρωπαϊκών χωρών – µε-

λών εµφανίζουν σηµαντικές ανοµοιοµορφίες ως προς

τους ορισµούς, τις διακρίσεις µεταξύ εγκληµάτων διακί-

νησης και άλλων που υπηρετούν την προσωπική χρήση,

καθώς και ως προς τις ποινές. Οι διαφορές αυτές οδη-

γούν αντίστοιχα σε σηµαντικές διαφοροποιήσεις του α-

ριθµού και του ποσοστού των καταδίκων. Σε γενικές

γραµµές παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα, µε βάση τα δεδο-

µένα των χωρών που απήντησαν: για τις περισσότερες

χώρες το µέσο ύψος ποινής, αναστελλόµενης ή µη, για

εγκλήµατα χρήσης (χρήσης ή προσωπικής κατοχής) ναρ-

κωτικών ήταν σηµαντικά χαµηλότερο από το ένα έτος.

Οι ποινές για διακίνηση βασικής νοµοτυπικής µορφής ε-

πίσης σε αρκετές περιπτώσεις αναστέλλονται, ενώ το ύ-

ψος τους δεν φαίνεται να υπερβαίνει τα τρία έτη (βλ. πί-

νακα 5, σελ. 15 Εκθέσεως).

Ιδιαίτερο συγκριτικό ενδιαφέρον εµφανίζουν οι ποινές

για τις πιο επιβαρυµένες µορφές διακίνησης. Για παρά-

δειγµα, σύµφωνα µε τα επιβληθέντα στοιχεία (βλ. σελ.

16 Εκθέσεως):

- Στην Αγγλία και Ουαλία, στην Ιρλανδία και στη Σουη-

δία σε καµία περίπτωση δεν επιβλήθηκε η ανώτατη ποινή

κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.

- Στην Ιρλανδία κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 µετα-

ξύ 55 ανάλογων περιπτώσεων (διακίνηση ναρκωτικών α-

ξίας άνω των 12.700 Ευρώ) επιβλήθηκε ποινή άνω της

φυλάκισης 10 ετών, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις ανα-

γνωρίστηκαν ελαφρυντικές περιστάσεις.

- Στην Πολωνία σε αντίστοιχες επιβαρυντικές µορφές

διακίνησης µόνο στο 42% των καταδικών επιβλήθηκε ά-

µεσα φυλάκιση, ενώ στο 57% η ποινή ανεστάλη.

- Στη Δανία, παρά την αύξηση των αντίστοιχων προ-

βλεπόµενων ποινών, η µέση ποινή, αν δεν αναστέλλεται,

κυµαίνεται µεταξύ 20 και 30 µηνών.

Γενικά, όπως σηµειώνεται, οι βαρύτερες προβλεπόµε-

νες ποινές για διακίνηση ναρκωτικών επιβάλλονται σπά-

νια. Το εύρηµα αυτό οδηγεί στη διάγνωση µιας σηµαντι-

κής διαφοράς µε τη χώρα µας, όπου η ανώτατη ποινή της

ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται σε αρκετές περιπτώσεις

ετησίως. Για την αξιολόγηση αυτής της διαφοράς πρέπει

πάντως να ληφθεί υπόψη , ότι η εξάρτηση στις πλείστες

ευρωπαϊκές χώρες εκτιµάται ως γενικό ελαφρυντικό, και

όχι ως ειδικός λόγος µείωσης της απειλούµενης ποινής.

- Οι ευρωπαϊκές χώρες που απέστειλαν σχετικά στοι-

χεία, δείχνουν µια αυξηµένη τάση επιβολής εναλλακτι-

κών (ανοικτών) µέτρων θεραπείας αντί φυλάκισης. Ω-

στόσο 14 από τις 26 χώρες δεν απέστειλαν σχετικά

στοιχεία (βλ. Έκθεση, σελ. 18).

Η χώρα µας οφείλει να αξιολογήσει ένα σηµαντικό εύ-

ρηµα. Συγκεκριµένη έρευνα – αξιολόγηση του θεραπευ-

τικού έργου του ΚΕΘΕΑ που έλαβε χώρα µε διεθνή επί-

βλεψη (βλ. Δ. Αγραφιώτη – Ε. Καµπριάνη, Εξαρτήσεις

2002, σελ. 12, 18), έδειξε τα ακόλουθα: Από όσους πα-

ρέµειναν σε θεραπευτικές κοινότητες για διάστηµα άνω

του ενός έτους, το 73% δεν είχε πλέον ποινικές εκκρε-

µότητες πέντε έτη µετά την είσοδό τους στη θεραπευτι-

κή διαδικασία. Εξάλλου, το 100% όσων έλαβαν µέρος

στην έρευνα, αφ’ ενός δεν είχε καµιά (εµφανή ή αφανή)

παράνοµη δραστηριότητα κατά τις τελευταίες 30 ηµέρες

πριν ερωτηθεί, αφ’ ετέρου δεν είχε εµπειρία φυλάκισης

κατά την πενταετία. Αν οι αριθµοί αυτοί συγκριθούν µε

τα υψηλά ποσοστά υποτροπής όσων αποφυλακίζονται,

προκύπτει ότι η προληπτική δυναµική της απεξάρτησης

είναι πολύ ισχυρότερη από την αντίστοιχη της φυλακής.

Παρά το συγκεκριµένο εύρηµα και τη διεθνή εµπειρία,

η εφαρµογή των ρυθµίσεων και η ποινική αντιµετώπιση

του προβλήµατος φαίνονται να διστάζουν ενώπιον των

εναλλακτικών µέτρων απεξάρτησης. Αυτή η διστακτικό-

τητα έχει ως αναπόφευκτες συνέπειες την υπερφόρτω-

ση των φυλακών και την αδυναµία κοινωνικής επανέντα-

ξης και άσκησης δευτερογενώς προληπτικής πολιτικής.

Προφανώς, αιτιολογείται όχι µόνο µε βάση αδυναµίες

της εφαρµογής (π.χ. έλλειψη προγραµµάτων επιµόρφω-

σης των δικαστών για τις εξελίξεις), αλλά και µε βάση

τις ατέλειες και την πολυπλοκότητα της κείµενης νοµο-

θεσίας.

Με βάση τα παραπάνω, η µεταρρύθµιση του Κώδικα

Νόµων για τα Ναρκωτικά εµφανίζεται αναγκαία στις ε-

ξής κατευθύνσεις:

- Αυστηρή καταστολή των βαρύτερων και οργανωµέ-

νων µορφών διακίνησης, αλλά µε προσεκτικό διαχωρι-

σµό τους από τις ελαφρύτερες περιπτώσεις.

- Γενικά, προσπάθεια διάκρισης και διαβάθµισης των

σχετικών εγκληµάτων, ώστε να αποφεύγονται οι δυσα-

νάλογα βαριές ή ευνοϊκές µεταχειρίσεις.

- Διευκόλυνση της ουσιαστικής εφαρµογής µέτρων α-

πεξάρτησης (σωµατικής και ψυχολογικής) αντί του ε-

γκλεισµού στις κοινές συνθήκες της φυλακής.

- Αποποινικοποίηση τόσο της χρήσης ναρκωτικών ου-

σιών όσο και των υποστηρικτικών αυτής πράξεων (κατο-

χή και µε οποιονδήποτε τρόπο προµήθεια προς ίδια χρή-

ση).

Το παρόν σχέδιο νόµου επιχειρεί επίσης να συστηµα-

τοποιήσει τις ρυθµίσεις που αφορούν τα όργανα σχεδια-

σµού, συντονισµού και υλοποίησης της πολιτικής κατά

των ναρκωτικών. Ειδικότεροι στόχοι είναι οι εξής:

- Η αποτύπωση και αποσαφήνιση αρµοδιοτήτων οργά-

νων, όπως η Διϋπουργική Επιτροπή, ο Εθνικός Συντονι-

στής για την αντιµετώπιση των ναρκωτικών και η Εθνική

Επιτροπή Σχεδιασµού και Συντονισµού για την αντιµετώ-

πιση των ναρκωτικών, καθώς και το Γνωµοδοτικό Συµ-

βούλιο, στα οποία κατανέµονται οι ευθύνες σχεδιασµού,

απόφασης και εποπτείας εφαρµογής του Εθνικού Σχεδί-

ου Δράσης περί τα ναρκωτικά και των συναφών προ-

γραµµάτων.

Άρθρο 1

Με βάση τα διεθνώς κρατούντα στην επιστήµη προσ-

διορίστηκαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα των ναρκω-

τικών, έτσι ώστε στον ορισµό να περιλαµβάνεται κάθε

ουσία γνωστή ή άγνωστη στο εµπόριο, ως και άγνωστες

συνθέσεις ουσιών, οι οποίες έχουν τις ιδιότητες των

ναρκωτικών, ανεξάρτητα από την ονοµασία τους.

Επιπροσθέτως, καθορίζεται ότι ως εξάρτηση νοείται

µία κατάσταση ψυχική ή και φυσική («σωµατική»), που

εµφανίζεται ως αποτέλεσµα της επίδρασης µιας ουσίας

σε έναν ζωντανό οργανισµό και χαρακτηρίζεται από µια

ποικιλία εκδηλώσεων, µέσα στις οποίες περιλαµβάνεται

πάντοτε η διάθεση για την συνέχιση λήψης της ουσίας

2

Page 3

µε σκοπό την επανεκδήλωση των ψυχοδραστικών ενερ-

γειών της ή αντίθετα την αποφυγή δυσάρεστων συµπτω-

µάτων, που µπορεί να εκδηλωθούν όταν δεν ληφθεί.

Άρθρα 2-19

Ο παρών Κώδικας διατηρεί τις ρυθµίσεις των άρθρων 2

έως και 19 της προηγούµενης νοµοθεσίας. Οι αναγκα-

στικές µεταβολές υφίστανται λόγω της αλλαγής της ο-

νοµασίας Υπουργείων και φορέων, οι οποίες προέκυψαν

από πρόσφατες διοικητικές µεταβολές.

Άρθρο 20

Η εµπειρία της εφαρµογής των βασικών ρυθµίσεων για

την διακίνηση ναρκωτικών, οι περιεχόµενες στην Από-

φαση – πλαίσιο 2004/757 ΔΕΥ της Ευρωπαϊκής Ένωσης

κατευθυντήριες γραµµές, καθώς και η ανάγκη διεύρυν-

σης των απειλούµενων ποινών ώστε να παρέχονται στο

δικαστήριο τα αναγκαία περιθώρια για την επιµέτρηση

ποινής ανάλογης προς την βαρύτητα του εγκλήµατος

συνηγορούν για τα ακόλουθα:

Τυποποιείται ως βασικό έγκληµα (άρθρο 20) η παράνο-

µη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (ΑΠ 246/1999, Ποινικά

Χρονικά 1999, σελ. 1017), χαρακτηρίζεται κακούργηµα

και τιµωρείται µε κάθειρξη και, σωρευτικά, µε χρηµατική

ποινή, ενώ διατηρούνται µε βελτιώσεις οι ήδη προβλεπό-

µενες (α. 36 επ.) παρεπόµενες ποινές και µέτρα ασφα-

λείας (απαγόρευση άσκησης επαγγέλµατος, δήµευση,

απαγόρευση διαµονής). Εντελώς άσκοπη και ανορθολο-

γική κρίθηκε η διατήρηση ως εγκλήµατος της από αµέ-

λεια διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.

Κρίθηκε αναγκαίο να τυποποιείται το βασικό έγκληµα

διακίνησης ναρκωτικών (κακούργηµα) µε τον λιτότερο

δυνατό τρόπο, µε νοµοτεχνική αρµονία προς τους συνή-

θεις κυρωτικούς κανόνες του ποινικού δικαίου. Προς αυ-

τό, αντί της παρωχηµένων εποχών παραθετικής διατύ-

πωσης πολυάριθµων τρόπων τέλεσης, η οποία, πέραν

του πολυσχιδούς της έκφρασης, ενέχει και τον κίνδυνο

να µην είναι η παράθεση εξαντλητική, προτιµήθηκε η

χρησιµοποίηση της λέξης «παράνοµα διακινεί» στον κυ-

ρωτικό κανόνα και ακολούθως σε ερµηνευτική παράγρα-

φο παρατέθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης, όπως αυ-

τοί προβλέπονται στον ισχύοντα προς τροποποίηση νό-

µο, ώστε να µην υπάρξουν πρακτικά προβλήµατα δια-

χρονικού δικαίου στις πράξεις που θα έχουν τελεστεί

πριν την ισχύ της νέας διάταξης. Με τον τρόπο αυτό κα-

ταστρώνεται ένα υπαλλακτικώς µικτό έγκληµα, παράλ-

ληλα δε επιλύεται οριστικά και το ζήτηµα της τέλεσης

περισσότερων πράξεων διακίνησης αναφορικά µε την ί-

δια ποσότητα ναρκωτικών.

Άρθρο 21

Τυποποιούνται πέριξ του βασικού εγκλήµατος διακίνη-

σης προνοµιούχες (άρθρο 21), διακεκριµένες (άρθρο 22)

και ιδιαίτερα διακεκριµένες (άρθρο 23) περιπτώσεις. Κα-

τά την τυποποίηση των παραλλαγών λήφθηκε κατά το

δυνατόν υπόψη και ακολουθήθηκε η ορολογία της ισχύ-

ουσας νοµοθεσίας, ώστε να διευκολύνεται ο εφαρµο-

στής του δικαίου και να ελαχιστοποιούνται οι κραδασµοί

από την νοµοθετική µεταβολή. Αναφορικά µε τις περι-

πτώσεις που εντάχθηκαν στις παραλλαγές, προνοµιού-

χες και διακεκριµένες, ελήφθησαν υπόψη και τα όσα συ-

νιστώνται στην απόφαση – πλαίσιο 2004/757 ΔΕΥ του

Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως προνοµιούχες

παραλλαγές πληµµεληµατικής βαρύτητας τυποποιού-

νται οι πράξεις διακίνησης µικροποσότητας ναρκωτικών,

η προµήθευση οικείου και το «κέρασµα». Λόγοι της ηπιό-

τερης αυτής µεταχείρισης είναι αντίστοιχα, η ιδιαίτερα

µικρή απαξία – επικινδυνότητα της συµπεριφοράς, σε

συνδυασµό µε την πιεστική ανάγκη εξασφάλισης της κα-

θηµερινής δόσης του δράστη, η έλλειψη σκοπού κέρ-

δους και η ψυχολογική πίεση που ασκείται στο δράστη α-

πό τον οικείο ή τον άλλο χρήστη. Στο ίδιο άρθρο προσ-

διορίζονται και τα κριτήρια παραδοχής του ότι η διάθεση

γίνεται για αποκλειστική χρήση από τον τρίτο, παραπέ-

µποντας στο άρθρο 29 (είδος, καθαρότητα και ποσότητα

ουσίας σε συνδυασµό µε τις ιδιαίτερες ανάγκες του χρή-

στη, όπως αυτές προκύπτουν από τον χρόνο που κάνει

χρήση, την συχνότητα και την ηµερήσια δόση του).

Άρθρο 22

Στις διακεκριµένες παραλλαγές απειλείται κάθειρξη

τουλάχιστον 10 ετών (10 – 20 έτη) και σωρευτικά χρηµα-

τική ποινή από 50.000 µέχρι 500.000 ευρώ. Εντάσσονται

ουσιαστικά περιπτώσεις που διακρίνονταν και µε τον ι-

σχύοντα νόµο και ειδικότερα η τέλεση διακίνησης από υ-

πάλληλο που νόµιµα ασχολείται µε τα ναρκωτικά, για δι-

ευκόλυνση ή απόκρυψη άλλων κακουργηµάτων, σε ευαί-

σθητους χώρους (στρατόπεδα, καταστήµατα κράτησης,

σχολεία κ.λπ.). Όπως επίσης περιπτώσεις που ο δράστης

τελεί την πράξη µε σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρ-

κωτικών από ανήλικο ή µεταχειριζόµενος µε οποιοδήπο-

τε τρόπο ανήλικο πρόσωπο, όταν ενεργεί στα πλαίσια ε-

γκληµατικής οργάνωσης (άρ. 187 και 187 Α του Π.Κ.),

καθώς επίσης και όταν ο δράστης είναι υπότροπος. Ακό-

µη, περιπτώσεις όπου ο δράστης αναµιγνύει ναρκωτικά

µε τρόφιµα κ.λπ. ή είναι φαρµακοποιός και χορηγεί εν

γνώσει του ναρκωτικά παράνοµα ή γιατρός που εκδίδει,

χωρίς ιατρική ένδειξη, συνταγή για ναρκωτικά ή ουσίες

για να παρασκευαστούν ναρκωτικά. Οι λόγοι της αυξη-

µένης απαξίας των εν λόγω πράξεων εντοπίζονται είτε

στην ιδιαίτερη ευθύνη του δράστη (υπάλληλος, γιατρός

κ.λπ.), είτε στην αυξηµένη επικινδυνότητα της πράξης

του και ειδικότερα αναφορικά µε τον τόπο διακίνησης

(π.χ. σχολεία), το πλαίσιο τέλεσής της (εγκληµατική ορ-

γάνωση), τον σκοπό της (π.χ. διευκόλυνση άλλου κα-

κουργήµατος, πρόκληση χρήσης σε ανήλικο πρόσωπο) ή

τον επικίνδυνα συγκαλυµµένο τρόπο της (ανάµιξη µε

τρόφιµα). Τα διακεκριµένα αυτά κακουργήµατα δεν απαι-

τούν οποιαδήποτε κρίση αναφορικά µε την ποσότητα και

συνεπώς υπάγονται ρητά στο παρόν άρθρο (αναφέρο-

νται και οι πράξεις του άρθρου 21) και περιπτώσεις µι-

κροποσότητας κ.λπ., που θα µπορούσαν να υπαχθούν

στις προνοµιούχες παραλλαγές, οι οποίες, εφόσον συ-

ντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος, τιµωρούνται

ως διακεκριµένα κακουργήµατα.

Άρθρο 23

Εδώ τυποποιούνται ιδιαίτερα διακεκριµένες περιπτώ-

σεις διακίνησης, που τιµωρούνται µε την εσχάτη των

ποινών (ισόβια κάθειρξη) ή µε πρόσκαιρη κάθειρξη 10-20

ετών και χρηµατική ποινή που µπορεί να φτάσει τις

600.000 ευρώ. Η διαφοροποίηση από την ισχύουσα ρύθ-

µιση, ως προς το ύψος της ποινής έγκειται στην παροχή

3

Page 4

στον δικαστή της ευχέρειας να αποφύγει, κατά την επι-

µέτρηση, την εσχάτη των ποινών και να δύναται σε περι-

πτώσεις ελάσσονος απαξίας ή σε δράστες όχι ιδιαίτερα

επικίνδυνους να επιβάλλει κάθειρξη από 10 µέχρι 20 έτη.

Η απειλή τέτοιας ποινικής κύρωσης (ισόβια ή πρόσκαιρη

κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών) είναι συνήθης και στα

κοινώς επικίνδυνα εγκλήµατα του Ποινικού Κώδικα. Πά-

ντως η µόνο κατά το minimum ηπιότερη ποινική κύρωση

αντισταθµίζεται απόλυτα και από την απαγόρευση ηπιό-

τερης αντιµετώπισης του εξαρτηµένου δράστη αυτών

των ιδιαίτερα διακεκριµένων εγκληµάτων, ο οποίος πλέ-

ον δεν θα έχει µειωµένο πλαίσιο ποινής, αλλά πλήρη

ποινή.

Οι περιπτώσεις που τιµωρούνται µε το άρθρο αυτό εί-

ναι:

- Η διακίνηση µε χρήση όπλων, ή η χρήση όπλων προ-

κειµένου να αποφευχθεί η σύλληψη των δραστών των ε-

γκληµάτων διακίνησης των άρθρων 20 και 22, λόγω της

αυξηµένης επικινδυνότητας της συµπεριφοράς και της

αντίστοιχης συµπροσβολής της δηµόσιας τάξης.

- Η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών που προκαλούν βα-

ριές βλάβες στην υγεία, εφόσον πράγµατι προκλήθηκαν

βλάβες ή και θάνατος. Πρόκειται για εκ του αποτελέσµα-

τος χαρακτηριζόµενο έγκληµα (άρθρο 29 ΠΚ) και συνε-

πώς δεν απαιτείται να αποδειχθεί δόλος του δράστη για

τις προκληθείσες σωµατικές βλάβες ή τον προκληθέντα

θάνατο, αλλά αρκεί και η αµέλειά του για αυτές, αρκεί να

έχει δόλο για την διακίνηση τόσο επικίνδυνων ναρκωτι-

κών ουσιών.

- Η κατ΄ επάγγελµα µεγαλοδιακίνηση ή χρηµατοδότη-

ση µεγαλοδιακίνησης ναρκωτικών. Η επικινδυνότητα του

δράστη θα πρέπει να προκύπτει, πέραν της κατ΄ επάγ-

γελµα τέλεσης, σωρευτικά και από την µεγάλη ποσότη-

τα των διακινούµενων ναρκωτικών, η οποία προσδιορίζε-

ται, για λόγους αντικειµενικότητας και οµοιόµορφης ε-

φαρµογής του νόµου, από το ύψος του οικονοµικού οφέ-

λους (50.000 ευρώ) που αντικειµενικά είναι πρόσφορο

να προσποριστεί στο δράστη από τη διακίνηση της συ-

γκεκριµένης ποσότητας των ναρκωτικών. Έτσι αποφεύ-

γεται η χρήση αόριστων εννοιών όπως λ.χ. ο όρος «ιδιαί-

τερα µεγάλη ποσότητα», που ενέχουν κινδύνους διαφο-

ρετικού προσδιορισµού της µεγάλης ποσότητας από διά-

φορα δικαστήρια. Ακόµη, πρέπει να σηµειωθεί, ότι αν η

κατ΄ επάγγελµα τέλεση µπορούσε από µόνη της να επι-

σύρει την ισόβια κάθειρξη, χωρίς να απαιτείται σωρευτι-

κά και η µεγάλη ποσότητα, θα υπήρχε ο κίνδυνος καταδί-

κης σε ισόβια κάθειρξη µικροδιακινητών που δρουν κατ΄

επάγγελµα, δηλαδή σε ποινή δυσανάλογη και υπερβολι-

κή µε την απαξία της πράξης τους.

Άρθρο 24

Εδώ τιµωρούνται σε πληµµεληµατική µορφή πράξεις

που δεν συνιστούν µεν διακίνηση, αλλά προωθούν τη

διάδοση της χρήσης ναρκωτικών. Εξαιρούνται ρητά, ό-

πως και στον ισχύοντα νόµο, οι επιστηµονικές κ.λπ. κρί-

σεις, ενώ η πράξη γίνεται κακουργηµατική, αν τελείται

κατ΄ επάγγελµα και µε σκοπό το κέρδος.

Άρθρο 25

Διατηρείται η ποινικοποίηση µε πληµµεληµατικό χαρα-

κτήρα της οδήγησης µεταφορικού µέσου υπό την επί-

δραση ναρκωτικών και καταστρώνονται εγκλήµατα

(πληµµελήµατα ή κακουργήµατα) εκ του αποτελέσµατος

(άρ. 29 Π.Κ.) όταν η πράξη είχε ένα περαιτέρω αποτέλε-

σµα.

Άρθρο 26

Διατηρείται η διοικητική ευθύνη των νοµικών προσώ-

πων και η πρόβλεψη των αντίστοιχων διοικητικών ποι-

νών.

Άρθρο 27

Στο άρθρο 27 του παρόντος σχεδίου νόµου παραµέ-

νουν τα ευνοϊκά µέτρα υπέρ όσων µεταµεληθέντων δρα-

στών των εγκληµάτων περί τα ναρκωτικά (άρθ. 20 έως

και 23) αποφασίζουν να συνδράµουν ουσιαστικά στην ε-

ξάρθρωση εγκληµατικών δικτύων και στη σύλληψη ε-

µπόρων ναρκωτικών, των οποίων η δράση είναι για την

κοινωνία καταδήλως επαχθέστερη από την δική τους. Ε-

νώ στο ισχύον άρθρο 27 ν. 3459/2006 η ευνοϊκότερη µε-

ταχείριση περιοριζόταν στον δράστη των βασικών ε-

γκληµάτων, τώρα εισάγεται µια σηµαντική καινοτοµία.

Προβλέπεται, δηλαδή, η ισχύς των ευνοϊκών µέτρων και

για τους δράστες, χωρίς µάλιστα πρόταση του εισαγγε-

λέα και σε επιβαρυντικές περιπτώσεις των σχετικών ε-

γκληµάτων (άρθρα 22, 23). Η νέα πρόβλεψη σκοπεί στην

άντληση σηµαντικών πληροφοριών για τη σύλληψη ατό-

µων υψηλοτέρου επιπέδου εγκληµατικής δράσης.

Σύµφωνα µε την παράγραφο 1 στον µεταµεληθέντα,

εφ΄ όσον κριθεί (και όχι απλώς εφόσον πιθανολογείται

όπως ισχύει τώρα) ότι παρέσχε πληροφοριακά δεδοµέ-

να, πριν από την αµετάκλητη καταδίκη του, τα οποία συ-

νέβαλαν ουσιαστικά είτε στην εξάρθρωση εγκληµατικής

οργάνωσης, είτε στην σύλληψη εµπόρων ναρκωτικών µε

σηµαντικότερη θέση στη δοµή τέτοιων οργανώσεων και

µε δραστηριότητα µεγαλύτερης απαξίας από τη δική

του, αναγνωρίζεται υποχρεωτικά ελαφρυντική περίστα-

ση από το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεσή του.

Παράλληλα, το δικαστήριο µπορεί να διατάσσει και ανα-

στολή εκτέλεσης της ποινής για διάστηµα από δύο (2) έ-

ως είκοσι (20) έτη, ανεξάρτητα από τη συνδροµή των ό-

ρων του ΠΚ για τις ποινές που αναστέλλονται (αρ. 99 επ.

Π.Κ). Όµως, ακόµη και µετά την αµετάκλητη καταδίκη

παρέχεται δυνατότητα στον µεταµεληθέντα, σύµφωνα

µε την νέα παράγραφο 5, η οποία προστίθεται στο παρόν

άρθρο, να απολυθεί από τις φυλακές, έστω και αν δεν

συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υφ΄ όρον απόλυσής

του κατά το άρθρο 105 Π.Κ..

Στην παράγραφο 2 προβλέπεται η δυνατότητα προσω-

ρινής αναστολής της ποινικής του δίωξης και προσωρι-

νής απελευθέρωσης του µεταµεληθέντος, για όσο χρό-

νο απαιτείται η συνεργασία του µε τις Διωκτικές Αρχές,

όχι αυτόµατα όπως υπονοείται στο ισχύον άρθρο 27

παρ. 2, αλλά εφ΄ όσον κρίνεται αναγκαία η παρουσία του

για την επιβεβαίωση των πληροφοριών που παρέχει. Η

προσωρινή αποφυλάκιση γίνεται µε έκδοση Βουλεύµα-

τος του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών, µετά από πρότα-

ση του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών. Η δυνατότητα αυ-

τή, σύµφωνα µε την παράγραφο 3, αίρεται µε ανάκληση

του Βουλεύµατος του Δικαστικού Συµβουλίου και µε συ-

νέχιση της ποινικής δίωξης του υπαιτίου, όπως και στο ι-

σχύον άρθρο 27 παρ. 3.

Η παράγραφος 4 προβλέπει την διαδικασία που ακο-

λουθείται για την παροχή πληροφοριών και την σχετική

4

Page 5

µε αυτές γνώση του αρµόδιου Δικαστικού Συµβουλίου ή

Δικαστηρίου που δεν προβλέπεται στον ισχύοντα Κώδι-

κα. Συγκεκριµένα, οι παρεχόµενες πληροφορίες αποτυ-

πώνονται σε έκθεση ένορκης εξέτασης µάρτυρα, που

συντάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 Κ.Π.Δ.,

η οποία αποστέλλεται στον εποπτεύοντα τις υποθέσεις

ναρκωτικών Εισαγγελέα Εφετών, προκειµένου να λάβει

γνώση, ενώ για την διασφάλιση της προστασίας του µε-

ταµεληθέντος παραµένει µυστική και φυλάσσεται σε ει-

δικό αρχείο της Εισαγγελίας Εφετών. Για τον ίδιο λόγο,

λαµβάνουν γνώση του περιεχοµένου της µόνο τα µέλη

του αρµόδιου να κρίνει την συνδροµή των όρων εφαρµο-

γής και χορήγησης των προαναφεροµένων ευεργετηµά-

των Δικαστικού Συµβουλίου ή Δικαστηρίου, χωρίς να πα-

ρέχεται η δυνατότητα γνωστοποιήσεως της ταυτότητας

του µεταµεληθέντος στους τυχόν συλληφθέντες που α-

ποτελούσαν υποκείµενα των πληροφοριών. Αυτό δεν

συνεπάγεται ωστόσο περιορισµό των υπερασπιστικών

δικαιωµάτων των υποκειµένων των πληροφοριών αυτών,

καθώς η σχετική έκθεση εξέτασης δεν περιλαµβάνεται

στη δικογραφία που τους αφορά, και δεν λαµβάνουν

γνώση αυτής οι Δικαστές που θα τους κρίνουν. Η συν-

δροµή των όρων εφαρµογής και χορηγήσεως των ευερ-

γετηµάτων εξετάζεται από το αρµόδιο Δικαστικό Συµ-

βούλιο ή το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Άρθρο 28

Στο άρθρο 28 του παρόντος νόµου προβλέπεται η συ-

γκαλυµµένη δράση αστυνοµικών ή άλλων προσώπων (ι-

διωτών), µε την οποία καθίσταται εφικτή η «εκ των έσω»

παρακολούθηση της εγκληµατικής δράσης σε περιπτώ-

σεις σοβαρών εγκληµάτων διακίνησης ναρκωτικών, και

µε την οποία επιδιώκεται η απόκτηση αποδεικτικών στοι-

χείων, πάντα όµως υπό την έγκριση των αρµοδίων Ει-

σαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, ώστε να ενισχύεται

το αδιάβλητο των ενεργειών των ελεγκτικών οργάνων.

Η ειδική αυτή δράση, η οποία εφαρµόζεται ευρέως από

τους ελεγκτικούς µηχανισµούς παγκοσµίως αποτελεί ή-

δη ισχύον δίκαιο της χώρας µας και, ουσιαστικά, δεν ει-

σάγεται κάποια νέα ρύθµιση, αλλά βελτιώνεται η ήδη ι-

σχύουσα, τόσο ως προς τον τρόπο υλοποιήσεώς της και

την αποτελεσµατικότητά της, όσο και ως προς τις εγ-

γυήσεις εφαρµογής της.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 28 του παρόντος νό-

µου, όπως και του προϊσχύσαντος, καθιερώνεται λόγος

άρσης του αδίκου για τα όργανα των Διωκτικών Αρχών ή

ιδιωτών που δρουν υπό συγκαλυµµένη ιδιότητα, και κα-

θορίζεται το εύρος του πλαισίου ενεργειών τους, ώστε

να αποφεύγονται πλέον ερµηνευτικές δυσκολίες που α-

νέκυπταν κατά το παρελθόν, αναφορικά µε το επιτρεπό-

µενο όριο αυτών. Δύνανται δηλαδή να ενεργούν υπό συ-

γκεκριµένες ιδιότητες, του αγοραστή, µεσολαβητή, µε-

ταφορέα ή φύλακα ναρκωτικών, χωρίς όµως να αποκλεί-

εται η δράση τους και υπό άλλες ιδιότητες, αλλά υπό την

περιοριστική ρήτρα, ότι από τις ενέργειες αυτές «δεν

δηµιουργούνται ή δεν επιτείνονται κίνδυνοι για τρίτα

πρόσωπα». Παρέχεται έτσι η ευχέρεια ελέγχου ενός µε-

γάλου εύρους του φάσµατος της δράσεως των εγκληµα-

τικών οργανώσεων, ενώ παράλληλα οριοθετείται και το

εύρος των ενεργειών των υπό συγκαλυµµένη ιδιότητα

δρώντων, αποκλειοµένων έτσι, εκ µέρους τους, σε κάθε

περίπτωση, πράξεις διάθεσης ναρκωτικών ή ενέργειες

των οποίων τα αποτελέσµατα είναι ανέλεγκτα. Έτσι, επί

παραδείγµατι, δεν περιορίζονται οι υπό συγκαλυµµένη ι-

διότητα ενεργούντες να δρουν ως συσκευαστές ναρκω-

τικών, δεν µπορούν όµως να ενεργούν ως πωλητές ή να

συντάσσουν συνταγογραφήσεις. Η έννοια του «υποψη-

φίου» κάποιας από τις παραπάνω ενέργειες, που προε-

βλέπετο στην προϊσχύσασα διάταξη της παραγράφου 1,

καθιστούσε σε πολλές περιπτώσεις τον ρόλο του υπό

συγκάλυψη δρώντος ανενεργό, αφού περιοριζόταν στο

επίπεδο µόνον της πληροφοριακής κάλυψης και δεν

µπορούσε να επεκταθεί σε ενέργειες οι οποίες ούτως ή

άλλως θα εκπληρώνονταν από κάποιο συµµέτοχο των α-

δικηµάτων αυτών, όπως επί παραδείγµατι, η µεταφορά

ναρκωτικών. Η απαίτηση της «παθητικής» στάσης του υ-

πό συγκαλυµµένη ιδιότητα δρώντος είναι δεδοµένη ως

προς την προαπόφαση του δράστη να τελέσει κάποιο α-

πό τα παραπάνω αδικήµατα. Εγγύηση των ενεργειών

της συγκαλυµµένης δράσης αποτελεί πλέον η προϋπό-

θεση τηρήσεως της διαδικασίας του άρθρου 253Α

Κ.Π.Δ., δηλαδή η εκτέλεση τέτοιων ενεργειών υπό Ει-

σαγγελική και Δικαστική έγκριση.

Στην παράγραφο 2 προβλέπεται η δράση των διεισδυ-

τών µε διαφορετικά στοιχεία της ταυτότητας ή ιδιότητάς

τους, από τα πραγµατικά, ώστε να διευκολύνεται η απο-

στολή τους και παράλληλα να προστατεύεται η ιδιωτική

τους ζωή. Παράλληλα, υπάρχει πρόβλεψη της δυνατότη-

τας εκ µέρους των ελεγκτικών οργάνων να ενεργούν

συναλλαγές, εµπορικές ή άλλες, απαιτούµενες κατά την

διεισδυτική αποστολή τους. Η όλη διαδικασία για τον ε-

φοδιασµό των ελεγκτικών οργάνων ή των ιδιωτών µε α-

ναγκαία στοιχεία, η έγκριση για την διενέργεια συναλ-

λαγών και τα απαιτούµενα για αυτές χρηµατικά ποσά α-

νατίθεται µε Υπουργική Απόφαση στις αντίστοιχες Αρ-

χές και Υπηρεσίες της Διοίκησης.

Η παράγραφος 3 καταργείται και στην θέση της εισά-

γεται η ειδική ανακριτική πράξη της καταγραφής δρα-

στηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας µε συ-

σκευές ήχου ή εικόνας ή µε άλλα ειδικά τεχνικά µέσα,

δηλαδή η οπτική ή ηχητική αποτύπωση της εγκληµατικής

δραστηριότητας του καθ΄ ου η ανακριτική πράξη και των

σχετιζοµένων µε αυτήν επαφών του, προκειµένου για να

χρησιµοποιηθεί το υλικό ως αποδεικτικό στοιχείο ενώ-

πιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης

δηµόσιας αρχής. Για την εκπλήρωση και αυτής της ειδι-

κής πράξης προβλέπονται δικαστικές εγγυήσεις (Εισαγ-

γελική Διάταξη και έκδοση Βουλεύµατος του αρµοδίου

δικαστικού Συµβουλίου), όπως περιγράφονται στο άρθρο

253Α Κ.Π.Δ..

Άρθρο 29

Σηµαντική διαφοροποίηση σε σχέση µε το προηγούµε-

νο νοµοθετικό καθεστώς επέρχεται µε το νέο νόµο στο

ζήτηµα της αντιµετώπισης του χρήστη ναρκωτικών ου-

σιών.

Μέχρι σήµερα η χρήση ναρκωτικών ήταν κατ΄ αρχήν

αξιόποινη πράξη και ο χρήστης τιµωρούνταν µε µια ήπια

πληµµεληµατικού χαρακτήρα ποινή (φυλάκιση µέχρις ε-

νός έτους), εκτός εάν ήταν συµπτωµατικός χρήστης και

οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες έγινε η χρήση σε

συνδυασµό µε την προσωπικότητα του δράστη δικαιολο-

γούσαν την πρόβλεψη ότι δεν είναι πιθανό να επαναλη-

φθεί η πράξη στο µέλλον. Σε αυτή την περίπτωση µπο-

ρούσε το δικαστήριο να κρίνει την πράξη ατιµώρητη.

Με το νέο νόµο, τόσο η χρήση ναρκωτικών ουσιών ό-

5

Page 6

σο και οι αναγκαία συνεχόµενες µε αυτήν πράξεις της

προµήθειας και κατοχής ναρκωτικών προς ιδίαν αποκλει-

στική χρήση του προσώπου δεν αποτελούν αξιόποινη

πράξη και δεν τιµωρούνται. Τιµωρείται όµως µε µια πται-

σµατική ποινή (κράτηση µέχρι τριών µηνών ή πρόστιµο

µέχρι πεντακοσίων ευρώ) η καλλιέργεια φυτών κάννα-

βης σε αριθµό ή έκταση που δικαιολογούνται για την α-

ποκλειστική χρήση του δράστη.

Η αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών

και των υποστηρικτών - συνοδευτικών αυτής πράξεων

της προµήθειας και κατοχής, που προβλέπει το σχέδιο

νόµου, υπαγορεύθηκε από την σκέψη ότι η χρήση ναρ-

κωτικών αποτελεί πράξη αυτοπροσβολής του εννόµου α-

γαθού από τον φορέα του. Κρίθηκε ότι για λόγους συνέ-

πειας θα έπρεπε η πράξη αυτή να αντιµετωπισθεί από

τον νοµοθέτη και στο νόµο για τα ναρκωτικά µε τον ίδιο

τρόπο που αντιµετωπίζει η νοµοθεσία µας άλλες αυτο-

προσβολές. Προς τεκµηρίωση τούτου, αρκεί να αναφέ-

ρει κάποιος εδώ ότι ο αποπειρώµενος λ.χ. τον αυτοχει-

ριασµό του, καθώς επίσης και ο «αιχµάλωτος» άλλων ό-

χι λιγότερο επικίνδυνων και βλαπτικών για την υγεία ε-

ξαρτησιογόνων ουσιών (αλκοόλ, τσιγάρο) παραµένουν

ατιµώρητοι.

Η αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών,

δεν σηµαίνει βέβαια ότι η χρήση µπορεί να γίνεται δηµο-

σίως και σε κοινή θέα. Μια τέτοια πράξη κρίθηκε ευλό-

γως ότι εµφανίζει ένα κάποιο εγκληµατικό άδικο και πρέ-

πει να τιµωρείται.

Άξια ιδιαίτερης µνείας είναι η καινοτοµία που εισάγε-

ται µε την παράγραφο 4 στο άρ. 29 του νόµου για τα

ναρκωτικά, σύµφωνα µε την οποία τιµωρείται µε φυλάκι-

ση µέχρι δύο ετών, όποιος καταρτίζει πλαστή ιατρική συ-

νταγή χορήγησης ναρκωτικών ουσιών, καθώς και όποιος

νοθεύει ή χρησιµοποιεί µια τέτοια συνταγή µε σκοπό να

χρησιµοποιήσει ο ίδιος τα σχετικά ναρκωτικά.

Άρθρο 30

Οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 35 του σχεδίου α-

σχολούνται µε την µεταχείριση των εξαρτηµένων δρα-

στών. Η εξάρτηση µπορεί να εµφανίζεται είτε σε σωµατι-

κό είτε και σε ψυχικό επίπεδο και αφορά σε όλες ανεξαι-

ρέτως τις ουσίες που περιγράφονται στο άρθρο 1. Η σω-

µατική εξάρτηση εµφανίζεται ως αποτέλεσµα µιας προ-

σαρµοστικής κατάστασης στην λήψη µιας ουσίας και εκ-

δηλώνεται µε έντονες σωµατικές διαταραχές όταν η χο-

ρήγηση αυτή διακοπεί. Οι διαταραχές αυτές εκδηλώνο-

νται ως σύνδροµο αποστέρησης ή αποχής. Η κατάσταση

αυτή, υποχωρεί όταν χορηγηθεί και πάλι η ίδια ουσία ή

άλλη παρόµοιας φαρµακολογικής δράσης (διασταυρού-

µενη εξάρτηση). Η ψυχική εξάρτηση χαρακτηρίζεται από

διάθεση για την συνέχιση λήψης της ουσίας προκειµέ-

νου έτσι να αναπαραχθεί κάποια «ευχάριστη» διέγερση

του θυµικού (Λ.Κοτσαλή-Μ.Μαργαρίτη-Ι.Φαρσεδάκη,

Ναρκωτικά. Κατ΄ άρθρο ερµηνεία του ν. 3459/2006, εκδ.

Νοµική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2007, σελ. 325, Ν.Παρασκευ-

όπουλου-Κ.Κοσµάτου, Ναρκωτικά, Κατ΄ άρθρο ερµηνεία

των ποινικών και δικονοµικών διατάξεων του Κώδικα νό-

µων για τα Ναρκωτικά-ν. 3459/2006, εκδ. Σάκκουλα, β΄

έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 167 επ.).

Βασικό αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση ή µη

της εξάρτησης του κατηγορουµένου κατά την ισχύουσα

νοµοθεσία (άρθρο 30 ν. 3459/2006) αποτέλεσε η έκθεση

πραγµατογνωµοσύνης. Ωστόσο η αµιγώς ιατρική διά-

γνωση της εξάρτησης, σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι

στην πράξη δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθούν τα προ-

βλεπόµενα στην κείµενη νοµοθεσία (π.χ. λόγω αδυνα-

µίας κλινικού ελέγχου επί 5νθήµερο µε την εισαγωγή

του κατηγορουµένου σε νοσηλευτικό ίδρυµα, η οποία α-

ποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την ορθή χρήση των

εννέα κριτηρίων που προβλέπει η υπ΄ αριθµ. Α2

Β/3892/1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινω-

νικών Ασφαλίσεων και λόγω εγγενών υλικοτεχνικών ελ-

λείψεων), έχουν δηµιουργήσει µέχρι σήµερα αρκετές α-

ποδεικτικές δυσχέρειες. Βάσιµα λοιπόν θα µπορούσε να

υποστηριχθεί ότι η ανυπαρξία ουσιαστικών στοιχείων

που σχετίζονται µε τη νόµιµη διαδικασία διενέργειάς της

προσδίδουν σήµερα στην ιατροδικαστική πραγµατογνω-

µοσύνη τον χαρακτήρα ενός ατελούς και πολλές φορές

άκυρου αποδεικτικού µέσου.

Ας σηµειωθεί επίσης ότι η πρόβλεψη για άµεση λήψη

δειγµάτων σωµατικών υγρών (ούρων και αίµατος) και τυ-

χόν άλλου βιολογικού υλικού του κατηγορουµένου για

διενέργεια τοξικολογικής ανάλυσης και εργαστηριακού

ελέγχου, είναι πρόσφορη µόνο για την διαπίστωση της

πρόσφατης χρήσης και όχι για την διαπίστωση της εξάρ-

τησης του κατηγορουµένου. Η διάγνωση της εξάρτησης

του κατηγορουµένου, ως στοιχείο που οδηγεί σε µείωση

της ευθύνης του, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την

ποινική µεταχείρισή του και ως εκ τούτου συστατικό

στοιχείο της «δίκαιης δίκης» που προβλέπεται στο άρ-

θρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης Δικαιωµάτων του Αν-

θρώπου. Συνεπώς στο πλαίσιο αυτό βασική προϋπόθεση

και απόλυτη συνθήκη αποτελεί η χρήση κάθε αποδεικτι-

κού µέσου που συνηγορεί για την εξάρτησή του. Ως εκ

τούτου η ισότιµη (µαζί µε την έκθεση πραγµατογνωµο-

σύνης) ύπαρξη και άλλων αποδεικτικών µέσων για την

διάγνωση της εξάρτησης του κατηγορουµένου είναι επι-

βεβληµένη.

Με την προτεινόµενη στο παρόν σχέδιο τροποποίηση

της παρ. 3 του άρθρου 30 δίνεται η δυνατότητα στο δικα-

στήριο της ουσίας να απεγκλωβιστεί από την χρήση ε-

νός και µοναδικού (και πολλές φορές ατελούς) αποδει-

κτικού µέσου και να συνεκτιµήσει ισότιµα και άλλα απο-

δεικτικά µέσα, όπως είναι τα έγγραφα που αναφέρονται

είτε σε συµµετοχή και παρακολούθηση από τον κατηγο-

ρούµενο συµβουλευτικών και θεραπευτικών προγραµµά-

των αναγνωρισµένων υπηρεσιών απεξάρτησης (ΚΕΘΕΑ,

ΨΝΑ, ΨΝΘ) ή χορήγησης υποκαταστάτων ή ανταγωνι-

στικών στα οπιοειδή ουσιών (ΟΚΑΝΑ), είτε σε περίθαλ-

ψη για παθήσεις συνδεόµενες µε την χρήση ναρκωτικών

ουσιών (όπως λ.χ. ηπατίτιδα, AIDS, πνευµονικό οίδηµα ή

πιστοποιήσεις υγειονοµικών επιτροπών), είτε σε ψυχο-

λογικά και κοινωνικά δεδοµένα που αφορούν τον κατη-

γορούµενο (όπως λ.χ. πιστοποιήσεις από κοινωνικές υ-

πηρεσίες και οργανισµούς), είτε σε ευρήµατα εργαστη-

ριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτι-

κών για µακρόχρονες περιόδους. Επίσης ως αποδεικτικό

µέσο για την κατάφαση της εξάρτησης του κατηγορου-

µένου µπορεί να χρησιµοποιηθεί έγγραφη πιστοποίηση

αναφορικά µε την εντός των σωφρονιστικών καταστηµά-

των σωµατική αποτοξίνωση και παρακολούθηση ειδικού

συµβουλευτικού προγράµµατος ψυχολογικής απεξάρτη-

σης που προβλέπεται στα άρθρα 31 και 34 του Σχεδίου.

Παράλληλα σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας

παρέχεται η δυνατότητα να διαταχθεί ιατροδικαστική

πραγµατογνωµοσύνη, είτε αυτεπάγγελτα είτε µετά από

αίτηµα του κατηγορουµένου, προκειµένου να καθοριστεί

6

Page 7

αν πράγµατι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το εί-

δος (σωµατική ή ψυχική) και η βαρύτητα αυτής (χρόνος,

εξαρτησιογόνα ουσία, απαιτούµενη ηµερήσια δόση).

Τέλος θα πρέπει να σηµειωθεί ότι τεκµήριο για την ε-

ξάρτηση του κατηγορουµένου έχει εισαχθεί στην διάτα-

ξη του άρθρου 33 παρ. 2 του σχεδίου, σύµφωνα µε την

οποία η βεβαίωση ολοκλήρωσης εγκεκριµένου κατά νό-

µο θεραπευτικού προγράµµατος απεξάρτησης, οδηγεί υ-

ποχρεωτικά στην κρίση ότι κατά την εισαγωγή του κατη-

γορουµένου για θεραπεία, αυτός είχε αποκτήσει την έξη

της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Με βάση τον ισχύοντα Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε

µε το ν. 3811/2009, προκύπτει πλέον σαφώς ότι το στοι-

χείο της εξάρτησης του κατηγορουµένου αποτελεί κατ΄

ουσίαν λόγο άρσης ή µείωσης του καταλογισµού του

δράστη, που πρέπει να οδηγεί είτε σε απαλλαγή είτε σε

µείωση ποινής (Ν.Παρασκευόπουλου, Η καταστολή της

διάδοσης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, 3η έκδοση, εκδ.

Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 202 επ.,

Σ.Παύλου, Ναρκωτικά. Δογµατικά και ερµηνευτικά προ-

βλήµατα των ποινικών διατάξεων του Κώδικα Νόµων για

τα Ναρκωτικά, 3η έκδοση, εκδ. Π.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα

2008, σελ. 262 επ.).. Ως εκ τούτου και το παρόν σχέδιο

ακολουθεί σε γενικές γραµµές τις ισχύουσες προβλέ-

ψεις του ν. 3459/2006, ως εξής (άρθρο 30 παρ. 4):

α. Αν πρόκειται για εξαρτηµένο που τέλεσε πράξη του

άρθρου 29 παρ. 1 και 2, αυτός παραµένει ατιµώρητος.

β. Αν πρόκειται για εξαρτηµένο που τέλεσε τις βασικές

πράξεις διακίνησης του άρθρου 20, αυτός τιµωρείται µε

φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους.

γ. Αν πρόκειται για εξαρτηµένο που τέλεσε τις προνο-

µιούχες µορφές διακίνησης του άρθρου 21, αυτός τιµω-

ρείται µε φυλάκιση µέχρι ένα (1) έτος.

δ. Αν πρόκειται για εξαρτηµένο που τέλεσε τις διακε-

κριµένες µορφές διακίνησης του άρθρου 22, αυτός τιµω-

ρείται µε πρόσκαιρη κάθειρξη µέχρι δέκα (10) έτη.

Δεδοµένων των κριτηρίων που αναπτύχθηκαν παραπά-

νω για την διάγνωση της εξάρτησης, καθώς και των αυ-

ξηµένων προϋποθέσεων για τη συνδροµή των επιβαρυ-

ντικών περιστάσεων διακίνησης, προκρίθηκε να µην υ-

πάρξει ειδική πρόβλεψη για µειωµένο πλαίσιο ποινής

στους εξαρτηµένους που τέλεσαν τις πράξεις του άρ-

θρου 23, ως προς τους οποίους θα ισχύει συνεπώς το

πλήρες πλαίσιο ποινής.

Για την αποφυγή παρερµηνειών επαναλαµβάνεται µε

σαφήνεια ότι ο κατά νόµο ποινικός χαρακτήρας των πρά-

ξεων που τελέστηκαν από εξαρτηµένο δράστη κρίνεται

µε βάση την απειλούµενη στο νόµο ποινή, συνεπώς η νο-

µοθετική πρόβλεψη για πληµµεληµατική ποινή του εξαρ-

τηµένου διακινητή συνεπάγεται και τον αντίστοιχο χα-

ρακτήρα της πράξης του (άρθρο 30 παρ. 5).

Άρθρο 31

Με τα προτεινόµενα άρθρα 31-35 εισάγονται δύο και-

νοτοµίες: α) καθιερώνεται ένα δικαίωµα στην θεραπεία,

δηλαδή στην απεξάρτηση, του εξαρτηµένου κρατούµε-

νου, και β) προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής εναλλα-

κτικών µέτρων απεξάρτησης από το δικαστήριο.

Όπως προαναφέρθηκε, η ουσιαστική µεταχείριση του

εξαρτηµένου δράστη θα πρέπει να έχει ως βασική αφε-

τηρία την θεραπευτική του προσέγγιση (µε την αυτονόη-

τη συναίνεσή του), ενώ η συνεπής παρακολούθηση και

ολοκλήρωση θεραπευτικών προγραµµάτων απεξάρτη-

σης, ως ουσιαστικό στοιχείο αντεγκληµατικής πολιτικής

για τα ναρκωτικά, θα πρέπει να µειώνει τις δυσµενείς συ-

νέπειες µιας ποινικής καταδίκης. Ήδη οι διατάξεις των

άρθρων 31 και 32 του ν. 3459/2006 προέβλεπαν ευεργε-

τικά µέτρα για όσους εξαρτηµένους δράστες παρακο-

λουθούσαν ή ολοκλήρωναν θεραπευτικά προγράµµατα

απεξάρτησης. Ωστόσο η πολυπλοκότητα των ρυθµίσεων

αυτών (οι οποίες άλλωστε προέκυψαν σταδιακά µε διά-

φορες νοµοθετικές µεταβολές και ενσωµατώθηκαν στη

νοµοθεσία περί ναρκωτικών, όπως µε τους ν. 2161/1993,

ν. 2331/1995, ν. 2408/1996, ν. 2479/1997, ν. 2721/1999,

του ν. 3189/2003) καθιστούσαν σπάνια την εφαρµογή

των σχετικών διατάξεων.

Ως εκ τούτου το παρόν σχέδιο υιοθέτησε τις περισσό-

τερες από τις ρυθµίσεις αυτές, τις οποίες και κατατάσσει

σε όλο το φάσµα της ποινικής διαδικασίας αλλά και στο

πεδίο της έκτισης της ποινής. Θα πρέπει να σηµειωθεί ό-

τι στα προβλεπόµενα ευεργετικά µέτρα συνεχίζουν να

υπάγονται όχι µόνο οι εξαρτηµένοι δράστες πράξεων

του νόµου περί ναρκωτικών, αλλά και οι εξαρτηµένοι

δράστες εγκλήµατος που φέρεται ότι τελέσθηκε για να

διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, καθώς είναι

γνωστό ότι η ανάγκη του εξαρτηµένου για εύρεση πό-

ρων για την εξασφάλιση της αναγκαίας ποσότητας για

καθηµερινή χρήση τον ωθεί στην τέλεση άλλων εγκλη-

µάτων (κυρίως κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας). Με

βάση τα παραπάνω αποφασίστηκε να µειωθεί ο αριθµός

των ήδη προβλεπόµενων εξαιρέσεων αποκλειοµένης

της δυνατότητας εφαρµογής των µέτρων σε εγκλήµατα

µεγάλης απαξίας, όπως είναι οι επιβαρυντικές περιστά-

σεις διακίνησης ναρκωτικών κατά το άρθρο 23 του σχε-

δίου καθώς και των εγκληµάτων που προβλέπονται στα

άρθρα 187 Α, 299, 310 παρ. 3, 311, 322, 323, 324, 336 και

380 παρ. 2 του Π.Κ..

Στα άρθρα 31-35 του σχεδίου έχουν ενσωµατωθεί οι

περισσότερες από τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 ν.

3459/2006, µε την εξής ταξινόµηση: α) προβλέψεις κατά

το στάδιο της προδικασίας, β) συνέπειες της συµµετο-

χής σε θεραπευτικά προγράµµατα εκτός καταστηµάτων

κράτησης, γ) συνέπειες της ολοκλήρωσης θεραπευτικού

προγράµµατος εκτός σωφρονιστικών καταστηµάτων, δ)

εισαγωγή σε θεραπευτικό ή ειδικό κατάστηµα κράτησης

ή σε κατάστηµα κράτησης όπου λειτουργεί πρόγραµµα

και µεταγωγές και ε) υφ΄ όρον απόλυση.

Ειδικότερα για την προδικασία προβλέπονται τα εξής:

Αρχικά προβλέπεται ως περιοριστικός όρος η εισαγωγή

του κατηγορουµένου σε εγκεκριµένο κατά νόµο θερα-

πευτικό πρόγραµµα απεξάρτησης. Στόχος της νέας αυ-

τής πρόβλεψης είναι να δοθεί η δυνατότητα θεραπευτι-

κής προσέγγισης του δράστη που δηλώνει ότι επιθυµεί

να παρακολουθήσει θεραπευτικό πρόγραµµα απεξάρτη-

σης, λαµβανοµένων υπόψη ότι: α) οι προβλεπόµενοι πε-

ριοριστικοί όροι κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας

δεν συνδέονται µε ζητήµατα απεξάρτησης από τα ναρ-

κωτικά, β) η εισαγωγή του συγκεκριµένου περιοριστικού

όρου είναι δυνατόν να συµβάλει στην ορθολογική επιβο-

λή της προσωρινής κράτησης στις περιπτώσεις των ε-

ξαρτηµένων και γ) ο κίνδυνος της στέρησης της ελευθε-

ρίας του εξαρτηµένου δράστη λειτουργεί πολλές φορές

ως µοχλός κινητοποίησης προς την απεξάρτησή του.

Περαιτέρω, σε περίπτωση επιβολής προσωρινής κρά-

τησης, εάν ο κατηγορούµενος δηλώσει ότι επιθυµεί να

παρακολουθήσει ειδικό συµβουλευτικό πρόγραµµα για

απεξάρτηση εντός των καταστηµάτων κράτησης, υπο-

7

Page 8

βάλλεται σε πρόγραµµα σωµατικής αποτοξίνωσης διάρ-

κειας τριών εβδοµάδων. Μετά την ολοκλήρωση της πα-

ραπάνω φάσης, ειδική επιτροπή στην σύνθεση της οποί-

ας συµµετέχουν ο υπεύθυνος του Προγράµµατος σωµα-

τικής αποτοξίνωσης και ο υπεύθυνος του Προγράµµατος

ψυχολογικής απεξάρτησης του Καταστήµατος Κράτη-

σης, µπορεί να διατάξει την παρακολούθηση ειδικού

συµβουλευτικού προγράµµατος ψυχολογικής απεξάρτη-

σης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις περιπτώσεις αυτές

που ο προσωρινά κρατούµενος παρακολουθεί ειδικό

συµβουλευτικό πρόγραµµα για απεξάρτηση εντός των

καταστηµάτων κράτησης, η σχετική πιστοποίηση µπορεί

να χρησιµοποιηθεί για την κρίση του δικαστηρίου αναφο-

ρικά µε την εξάρτησή του (κατά το άρθρο 30 παρ. 3).

Είναι χρήσιµο να επισηµανθεί ότι τόσο η επιβολή του

προβλεπόµενου περιοριστικού όρου, όσο και η παρακο-

λούθηση ειδικού συµβουλευτικού προγράµµατος του

προσωρινά κρατουµένου, µπορούν να τύχουν εφαρµο-

γής για κάθε έγκληµα, καθώς αποσκοπούν στην θερα-

πευτική προσέγγιση κάθε εξαρτηµένου κατηγορουµένου

από τις ναρκωτικές ουσίες µε γνώµονα το δικαίωµά του

στην υγεία και στην περίθαλψη.

Εξάλλου, την ίδια εξουσία επιβολής της παρακολούθη-

σης θεραπευτικού προγράµµατος ως περιοριστικού όρου

έχει και το αρµόδιο δικαστικό συµβούλιο σε περίπτωση

αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης µε περιορι-

στικούς όρους.

Άρθρο 32

i. Αναβολή και αποχή από την άσκηση ποινικής δίωξης

Η αναβολή από την άσκηση ποινικής δίωξης προβλε-

πόταν στο άρθρο 32 παρ. 1 περ. α΄ ν. 3459/2006. Η πρό-

ταση του παρόντος σχεδίου ακολουθεί την υπάρχουσα

ρύθµιση. Η αναβολή από την άσκηση ποινικής δίωξης εί-

ναι δυνητική για τον εισαγγελέα πληµµελειοδικών, µετά

από έγκριση του εισαγγελέα εφετών. Προϋπόθεση για

την εφαρµογή της αποτελεί η οικειοθελής υποβολή σε

θεραπεία σε εγκεκριµένο κατά νόµο θεραπευτικό πρό-

γραµµα απεξάρτησης, η οποία διαπιστώνεται από συνε-

χείς εκθέσεις του διευθυντή του προγράµµατος. Περαι-

τέρω προβλέπεται και πάλι η αποχή από την άσκηση ποι-

νικής δίωξης στις περιπτώσεις όπου ο δράστης ολοκλη-

ρώσει µε επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραµµα σύµφωνα

µε έγγραφη βεβαίωση και έκθεση του διευθυντή του

προγράµµατος. Ωστόσο η δικαιοδοσία για την αποχή α-

πό την άσκηση ποινικής δίωξης ανήκει στο συµβούλιο

πληµµελειοδικών και όχι στον εισαγγελέα πληµµελειο-

δικών. Βασικό στοιχείο για την αποχή από την άσκηση

ποινικής δίωξης αποτελεί η κρίση ότι η συνέχιση της ποι-

νικής δίωξης θα µπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επα-

νένταξη του συγκεκριµένου δράστη στην κοινωνική ζωή.

ii. Αναστολή εντάλµατος σύλληψης

Κατά την παρ. 7 του άρθρου 31 ν. 3459/2006 προβλε-

πόταν η (δυνητική) αναστολή από τον αρµόδιο εισαγγε-

λέα της ισχύος εντάλµατος σύλληψης προσώπου, που

παρακολουθεί εγκεκριµένο πρόγραµµα απεξάρτησης, ε-

φόσον το ένταλµα αυτό αφορά πράξη που φέρεται ότι

τελέστηκε πριν από την εισαγωγή του διωκοµένου στο

παραπάνω πρόγραµµα. Η διάταξη αυτή διατηρείται στο

άρθρο 32 παρ. 1 στ. β΄ του σχεδίου µε τη διαφορά ότι η

αναστολή καθίσταται πλέον υποχρεωτική. Η αρµοδιότη-

τα για την αναστολή ανήκει στο συµβούλιο ενώπιον του

οποίου εκκρεµεί η κατηγορία, στην περίπτωση που έχει

διατηρηθεί η ισχύς του εντάλµατος µε σύµφωνη γνώµη

του προέδρου εφετών ή µε βούλευµα.

iii. Αναστολή εκτέλεσης ποινής

Κατά την παρ. 5 του άρθρου 31 του ν. 3459/2006 προ-

βλεπόταν η αναστολή εκτέλεσης ποινής προσώπου που

παρακολουθεί εγκεκριµένο κατά νόµο θεραπευτικό πρό-

γραµµα απεξάρτησης, εφόσον οι ποινές αυτές αφορούν

πράξεις που φέρεται ότι τελέστηκαν πριν από την εισα-

γωγή του διωκοµένου στο παραπάνω πρόγραµµα, εφό-

σον βεβαιώνεται από τον υπεύθυνο του θεραπευτικού

αυτού προγράµµατος η συνεπής παρακολούθησή του εκ

µέρους του διωκοµένου. Η διάταξη αυτή διατηρείται στο

άρθρο 32 παρ. 1 στ. γ΄ του σχεδίου, ωστόσο η αρµοδιό-

τητα για την χορήγηση της αναστολής ανήκει στο δικα-

στήριο που εξέδωσε την απόφαση (αντί του εισαγγελέα

πληµµελειοδικών µετά την έγκριση του εισαγγελέα εφε-

τών). Επειδή, ωστόσο, δεν είναι πολλές φορές εφικτό να

συνεδριάσει αµέσως το Δικαστήριο, παρέχεται στον ει-

σαγγελέα η δυνατότητα να αναστείλει την εκτέλεση της

ποινής προσωρινά, έως ότου εκδοθεί απόφαση του Δικα-

στηρίου επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης. Η ανα-

στολή αυτή αφορά τόσο τον οριστική, όσο και την τελε-

σίδική ή αµετάκλητη απόφαση.

Μία ακόµη καινοτοµία είναι ότι προβλέπεται για πρώτη

φορά η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης της επι-

βληθείσας χρηµατικής ποινής ή, εφόσον αυτή έχει ήδη

βεβαιωθεί στο δηµόσιο ταµείο, της αναστολής των µέ-

τρων αναγκαστικής είσπραξής του σχετικού ποσού ή της

επιβάρυνσής του µε τόκους ή µε προσαυξήσεις. Η προ-

σθήκη αυτή κρίθηκε αναγκαία επειδή έχει παρατηρηθεί

ότι η εκτέλεση της χρηµατικής ποινής µε τη βεβαίωσή

της και η συνακόλουθη επιβάρυνση του εξαρτηµένου

που παρακολουθεί πρόγραµµα απεξάρτησης µε χρέη

προς το Δηµόσιο τα οποία είναι πολλές φορές δυσβά-

στακτα, αποτελεί τροχοπέδη στην οµαλή εξέλιξη της θε-

ραπευτικής διαδικασίας, καθώς δυσχεραίνει ιδίως την

κοινωνική επανένταξη του αποθεραπευόµενου.

Επίσης και για τον ίδιο λόγο προβλέπεται για πρώτη

φορά ότι ακόµη και εάν έχει χωρήσει βεβαίωση της χρη-

µατικής ποινής και των εξόδων, µε απόφαση του προϊ-

σταµένου της αρµόδιας ΔΟΥ, αναστέλλεται υποχρεωτι-

κά η λήψη κάθε δυσµενούς ατοµικού µέτρου και κάθε µέ-

τρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής

ως και κάθε τυχόν τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαιω-

θέντος ποσού.

iv. Αναβολή στράτευσης/στρατιωτικά εγκλήµατα

Η ειδική αναφορά που υπήρχε στο ν. 3459/2006 για

τους εξαρτηµένους δράστες που έχουν ενταχθεί σε ε-

γκεκριµένο από το νόµο θεραπευτικό πρόγραµµα απε-

ξάρτησης και έχει σχέση µε την αναβολή στράτευσης ή

µε τα εγκλήµατα της λιποταξίας και των άρθρων 32-45

του ν. 2287/1995 περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα ε-

παναλαµβάνονται στην παρ. 2 στ. α΄ και β΄ του άρθρου

32 του σχεδίου.

v. Αναβολή δίκης

Το αίτηµα του κατηγορουµένου για αναβολή της δίκης

λόγω συµµετοχής του σε θεραπευτικό πρόγραµµα εκτός

καταστηµάτων κράτησης έχει την συχνότερη εφαρµογή

στην πράξη. Με την πρόβλεψη του άρθρου 31 παρ. 2 ν.

3459/2006 επιδιώχθηκε η απρόσκοπτη συνέχιση της θε-

8

Page 9

ραπείας, στο µέτρο όπου ο κατηγορούµενος υποβάλλε-

ται σε θεραπευτική αγωγή εγκεκριµένου κατά νόµο θε-

ραπευτικού προγράµµατος απεξάρτησης.

Η διάταξη αυτή διατηρείται σε γενικές γραµµές στο

άρθρο 32 παρ. 2 στ. γ΄ του σχεδίου, µε τις εξής διαφο-

ροποιήσεις: α) Το εν λόγω αίτηµα αναβολής αποσυνδέε-

ται από την διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ και τα οριζόµε-

να σε αυτήν, ως εκ τούτου οι χορηγούµενες αναβολές

µπορεί να υπερβαίνουν τον αριθµό που ορίζονται στην

διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ. β) Η παραδοχή του αιτή-

µατος αναβολής ορίζεται ως υποχρεωτική (βλ. και ΑΠ

198/1998, Ποινικά Χρονικά 1998, σελ. 793 - Ποινική Δι-

καιοσύνη 1998, σελ. 318) από το δικαστήριο, στο µέτρο

όπου αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούµενος υποβάλλεται

σε θεραπευτική αγωγή εγκεκριµένου κατά νόµο θερα-

πευτικού προγράµµατος απεξάρτησης. γ) Η αναστολή

της παραγραφής κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής α-

γωγής συνδυάζεται πλέον µε την επιµήκυνση των χρονι-

κών περιορισµών της αναστολής που προβλέπονται στο

άρθρο 113 παρ. 3 εδ. α ΠΚ, κατά 4 έτη, χρόνο επαρκή για

την ολοκλήρωση ενός προγράµµατος απεξάρτησης. Κα-

τά τον τρόπο αυτό, αποτρέπεται το ενδεχόµενο απόρρι-

ψης του αιτήµατος αναβολής του θεραπευόµενου, λόγω

προσέγγισης των χρονικών ορίων της αναστολής της

παραγραφής κατ΄ άρ. 113 παρ. 3 εδ α ΠΚ, και εκδίκασης

της υπόθεσης πριν την ολοκλήρωση του προγράµµατος

απεξάρτησης,

Άρθρο 33

i. Αναστολή εκτέλεσης ποινής

Κατά την παρ. 6 του άρθρου 31 ν. 3459/2006 προβλε-

πόταν η κατά παρέκκλιση των όρων του Ποινικού Κώδι-

κα, υποχρεωτική αναστολή εκτέλεσης της ποινής αν κά-

ποιος ολοκλήρωσε µε επιτυχία το εγκεκριµένο κατά νό-

µο θεραπευτικό πρόγραµµα ψυχικής απεξάρτησης (η ο-

ποία προκύπτει µόνο από βεβαίωση που εκδίδεται από το

εγκεκριµένο κατά νόµο θεραπευτικό πρόγραµµα ψυχι-

κής απεξάρτησης) και καταδικαστεί για εγκλήµατα που

σχετίζονται µε την εξάρτησή του και τα οποία τελέστη-

καν πριν την εισαγωγή του στο θεραπευτικό πρόγραµµα.

Η αναστολή ανακαλείται µόνο αν δεν τηρηθούν οι όροι

που ορίζει η απόφαση. Η εκτέλεση της ποινής αναστέλ-

λεται υποχρεωτικά για ορισµένο χρονικό διάστηµα που

δεν µπορεί να είναι κατώτερο από τρία (3) και ανώτερο

από έξι (6) χρόνια υπό τους οριζόµενους από το δικα-

στήριο όρους που πρέπει να σχετίζονται µε τη διαπίστω-

ση της διατήρησης της απεξάρτησης. Η διάταξη αυτή

διατηρείται στο άρθρο 33 παρ. 1 στ. α΄ του σχεδίου. Δι-

καιολογητική βάση της ρύθµισης αυτής αποτελεί η ανα-

γνώριση της προσπάθειας για απεξάρτηση και το γεγο-

νός ότι δεν συνάδει προς αυτήν ο εγκλεισµός σε σω-

φρονιστικό κατάστηµα. Και στην περίπτωση αυτή, όπως

και στο άρθρο 32, η αναστολή χορηγείται αδιακρίτως επί

οριστικών, τελεσίδικων ή αµετάκλητων αποφάσεων.

Για πρώτη φορά, προβλέπεται επίσης ότι αναστέλλε-

ται η εκτέλεση χρηµατικών ποινών εκείνων που ολοκλη-

ρώνουν επιτυχώς πρόγραµµα απεξάρτησης . Η προσθή-

κη αυτή κρίθηκε αναγκαία, επειδή πολλές φορές έχει πα-

ρατηρηθεί το φαινόµενο να δυσκολεύεται εξαιρετικά η

επαγγελµατική αποκατάσταση και η προσωπική, κοινωνι-

κή και οικογενειακή ζωή των ανθρώπων αυτών εξαιτίας

των συχνά δυσβάστακτων οφειλών τους, λόγω χρηµατι-

κών ποινών και δικαστικών εξόδων, προς το Δηµόσιο, γε-

γονός που ακυρώνει στην πράξη τα αποτελέσµατα της

επιτυχούς θεραπευτικής διαδικασίας.

Επίσης και για τον ίδιο λόγο προβλέπεται για πρώτη

φορά ότι ακόµη και εάν έχει χωρήσει βεβαίωση της χρη-

µατικής ποινής και των εξόδων, µε απόφαση του προϊ-

σταµένου της αρµόδιας ΔΟΥ, αναστέλλεται υποχρεωτι-

κά η λήψη κάθε δυσµενούς ατοµικού µέτρου και κάθε µέ-

τρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής

ως και κάθε τυχόν τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαιω-

θέντος ποσού.

Η αναστολή των µέτρων αυτών συνδέεται µε την τή-

ρηση των όρων της αναστολής εκτέλεσης της ποινής.

Μάλιστα, στην περίπτωση που ο χρόνος δοκιµασίας πα-

ρέλθει επιτυχώς, η οφειλή διαγράφεται οριστικά

ii. Ποινικό µητρώο

Με βασικό στόχο την ειδική πρόληψη και τον µη στιγ-

µατισµό του απεξαρτηµένου ατόµου, στην παρ. 4 του

άρθρου 31 ν. 3459/2006 προβλεπόταν ότι µετά την ολο-

κλήρωση του θεραπευτικού προγράµµατος που πιστο-

ποιείται εγγράφως από τον επιστηµονικό διευθυντή του

οικείου προγράµµατος, µπορεί ο ενδιαφερόµενος ή ο

αρµόδιος εισαγγελέας να ζητήσει από το Συµβούλιο

Πληµµελειοδικών να µην εγγράφονται σε απόσπασµα ή

αντίγραφο φύλλου Ποινικού Μητρώου αποφάσεις ή βου-

λεύµατα για εγκλήµατα σχετικά µε τα ναρκωτικά ή κατά

της ιδιοκτησίας και περιουσίας του Ποινικού Κώδικα. Η

διάταξη αυτή διατηρείται στο άρθρο 33 παρ. 1 στ. β΄ του

σχεδίου.

iii. Αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης

Σύµφωνα µε την παρ. 11 του άρθρου 31 του ν. 3459/

2006, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 18 παρ. 2 του ν.

3727/2008, προβλεπόταν ότι η επιτυχής ολοκλήρωση

του εγκεκριµένου θεραπευτικού προγράµµατος απεξάρ-

τησης αναγνωρίζεται υποχρεωτικά ως ελαφρυντική πε-

ρίσταση κατά την επιµέτρηση της ποινής, ως αντιστάθµι-

σµα της σοβαρής και επιτυχούς προσπάθειας που οδή-

γησε στην απεξάρτηση. Η διάταξη αυτή διατηρείται στο

άρθρο 33 παρ. 1 στ. γ΄ του σχεδίου. Περαιτέρω προβλέ-

πεται ότι η επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριµένου θε-

ραπευτικού προγράµµατος απεξάρτησης µπορεί (δυνητι-

κά) να αναγνωρίζεται ως ελαφρυντική περίσταση για κά-

θε έγκληµα, δηλαδή για όσα εξαιρούνται από τα ευεργε-

τικά µέτρα που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 32 του

σχεδίου.

Άρθρο 34

Η διάταξη του άρθρου 34 του σχεδίου νόµου προβλέ-

πει για πρώτη φορά τις περιπτώσεις θεραπευτικής προ-

σέγγισης σε πρόσωπα που κρατούνται σε σωφρονιστικά

καταστήµατα και επιθυµούν να συµµετάσχουν σε εγκε-

κριµένο από το νόµο πρόγραµµα απεξάρτησης. Ειδικότε-

ρα:

Εάν ο κρατούµενος δηλώσει ότι επιθυµεί να συµµετά-

σχει σε εγκεκριµένο από το νόµο πρόγραµµα απεξάρτη-

σης, διατάσσεται η εισαγωγή του σε ειδικό θεραπευτικό

κατάστηµα ή σε ειδικό κατάστηµα κράτησης ή σε κατά-

στηµα κράτησης στο οποίο λειτουργεί τέτοιο πρόγραµµα

για απεξάρτηση και υποβάλλεται σε πρόγραµµα παρακο-

λούθησης και σωµατικής αποτοξίνωσης διάρκειας τριών

εβδοµάδων. Οι µέθοδοι σωµατικής αποτοξίνωσης, η εν-

δεχόµενη προς τούτο χρήση υποκαταστάτων ή άλλων

9

Page 10

σκευασµάτων και άλλα συναφή ζητήµατα θα καθορίζο-

νται µε βάση τα προβλεπόµενα στο άρθρο 60 του σχεδί-

ου. Στη συνέχεια η ειδική επιτροπή που ορίζεται στο άρ-

θρο 31 παρ. 1 β΄ του σχεδίου µπορεί να διατάξει την πα-

ρακολούθηση ειδικού συµβουλευτικού προγράµµατος

ψυχολογικής απεξάρτησης. Τα παραπάνω έχουν εφαρ-

µογή σε καταδικασθέντες για πράξεις του νόµου περί

ναρκωτικών, αλλά και σε εξαρτηµένους δράστες εγκλή-

µατος που φέρεται ότι τελέσθηκε για να διευκολυνθεί η

χρήση ναρκωτικών ουσιών (µε εξαίρεση δηλαδή µόνον

εγκληµάτων που προβλέπονται στην διάταξη του άρ-

θρου 23 του σχεδίου καθώς και των εγκληµάτων που

προβλέπονται στα άρθρα 187 Α, 299, 310 παρ. 3, 311,

322, 323, 324, 336 και 380 παρ. 2 του Π.Κ.). Για την ε-

φαρµογή της ίδιας διαδικασίας στις λοιπές περιπτώσεις

(για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη) προϋπόθεση αποτε-

λεί να δηλώσει ο κρατούµενος ότι είναι εξαρτηµένος α-

πό ναρκωτικά και παράλληλα ότι επιθυµεί να συµµετά-

σχει σε πρόγραµµα απεξάρτησης. Στην ουσία έτσι ανα-

γνωρίζεται ένα δικαίωµα του εξαρτηµένου στην θερα-

πεία-απεξάρτηση. Η οµοιόµορφη αυτή θέση για την αντι-

µετώπιση των καταδικασθέντων οι οποίοι κρίθηκαν ή όχι

εξαρτηµένοι από το δικαστήριο πηγάζει από το γεγονός

ότι η ίδια η φύση της κράτησης εντός των σωφρονιστι-

κών καταστηµάτων ενισχύει τους ψυχολογικούς όρους

της έξης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Άλλωστε το

όργανο που θα επιληφθεί για την αναγνώριση της εξάρ-

τησης του κρατουµένου έχει τα εχέγγυα τόσο της γνώ-

σης όσο και της αµεροληψίας. Θα πρέπει να σηµειωθεί

ότι η αναφερόµενη στο σχέδιο διάταξη έχει κοινά χαρα-

κτηριστικά µε τις προϋποθέσεις εισαγωγής κρατουµένων

σε Κέντρα Απεξάρτησης κρατουµένων (βλ. σχετικά την

Υπουργική Απόφαση 137061/2002, Β΄ 1154/4.9.2002,

«Πιλοτική λειτουργία του Κέντρου Απεξάρτησης Το-

ξικοµανών Κρατουµένων Ελαιώνα Θηβών για τη σω-

µατική και ψυχική απεξάρτηση και την κοινωνική επανέ-

νταξη των κρατουµένων τοξικοµανών και χρηστών ψυ-

χοτρόπων ουσιών»), µε τις οποίες για την συµµετοχή

κρατουµένου στο θεραπευτικό πρόγραµµα η προϋπόθε-

ση της χρήσης αποδεικνύεται «…µε δικαστική απόφαση

ή µε προγενέστερη πραγµατογνωµοσύνη ή µε δήλωσή

του».

Κατά την παρ. 9 του άρθρου 31 ν. 3459/2006, προβλε-

πόταν η µη µεταγωγή κρατουµένου που παρακολουθεί ε-

ντός του σωφρονιστικού καταστήµατος εγκεκριµένο

συµβουλευτικό πρόγραµµα (όπως λ.χ. τα Προγράµµατα

Συµβουλευτικής Κρατουµένων του ΚΕΘΕΑ). Ο κανόνας

αυτός κάµπτεται σε περίπτωση όπου παραγγελθεί η µε-

ταγωγή του κρατουµένου για λόγους σχετικούς µε την

οµαλή λειτουργία του καταστήµατος κράτησης (άρθρα

72 περ. δ΄ και 76 του Σωφρονιστικού Κώδικα - ν. 2776/

1999), ωστόσο προτιµάται κατάστηµα όπου αναπτύσσε-

ται εγκεκριµένο συµβουλευτικό πρόγραµµα, εκτός αν επι-

βάλλεται η µεταγωγή για σοβαρούς λόγους σε άλλο. Η

διάταξη αυτή διατηρείται στο άρθρο 34 παρ. 3 του σχεδίου.

Άρθρο 35

Στο άρθρο 35 έχουν ενταχθεί συγκεντρωµένες οι προ-

βλέψεις της υφ΄ όρον απόλυσης των κρατουµένων για

συναφή εγκλήµατα. Προηγουµένως στο άρθρο 31 παρ.

10 ν. 3459/2006 προβλεπόταν ο θεσµός της υπό όρο α-

πόλυσης για όσους έχουν παρατηρήσει επιτυχώς συµ-

βουλευτικό πρόγραµµα απεξάρτησης και υπάρχει βεβαί-

ωση ότι γίνονται αποδεκτοί σε θεραπευτικό πρόγραµµα

απεξάρτησης (ΣυµβΕφΠειρ 157/2001, Αρµενόπουλος

2001, σελ. 1256), κατά παρέκκλιση των όρων που προ-

βλέπονται στο άρθρο 105 Π.Κ.. Ο χρόνος παραµονής του

κρατουµένου στο εγκεκριµένο πρόγραµµα απεξάρτησης

θεωρείται ως χρόνος έκτισης της ποινής. Τυπικός χρονι-

κός όρος της απόλυσης είναι να έχει εκτιθεί το ένα πέ-

µπτο (1/5) της ποινής, χωρίς να απαιτείται η συµπλήρω-

ση των γενικών χρονικών ορίων που προβλέπονται στο

άρθρο 105 Π.Κ.. Στο βαθµό που το µέτρο της ειδικής α-

πόλυσης αφορά σε αµιγώς θεραπευτικό σκοπό, και προ-

κειµένου να αρθούν ερµηνευτικές δυσχέρειες που είχαν

δηµιουργηθεί στο παρελθόν, προκρίθηκε να γίνει ρητή α-

ναφορά ότι η τυπική προϋπόθεση του 1/5 της ποινής α-

φορά σε πλασµατικό υπολογισµό πραγµατικής έκτισης,

συµπεριλαµβανοµένων δηλαδή και των ευεργετικά υπο-

λογιζόµενων ηµερών (άρθρο 35 παρ. 1 του σχεδίου). Πε-

ραιτέρω (άρθρο 35 παρ. 2 του σχεδίου) για όσους έχουν

καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης για οποιοδήποτε έ-

γκληµα και υποβάλλονται σε θεραπευτικό πρόγραµµα α-

πεξάρτησης προβλέπεται η υφ΄ όρον απόλυση και πριν

από τη συµπλήρωση του απαιτούµενου χρόνου, σύµφω-

να µε τα άρθρα 105 επ. Π.Κ., εφόσον έχουν παρακολου-

θήσει µε επιτυχία το πρόγραµµα απεξάρτησης.

Περαιτέρω, κρίθηκε αναγκαίο να διατηρηθεί η ρύθµιση

που είχε εισαχθεί µε τον ν. 3811/2009, σύµφωνα µε την

οποία όποιος καταδικάστηκε για έγκληµα του άρθρου 23

(ιδιαίτερα διακεκριµένες περιπτώσεις) σε ποινή ισόβιας

κάθειρξης, µπορεί να απολυθεί υφ΄ όρον εφόσον έχει ε-

κτίσει είκοσι πέντε έτη. Στον κατάδικο δε αυτόν δεν µπο-

ρεί να χορηγηθεί υφ΄ όρον απόλυση αν δεν έχει παρα-

µείνει στο κατάστηµα κράτησης για χρονικό διάστηµα εί-

κοσι ετών. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις των

άρθρων 105 επ. Π.Κ..

Άρθρο 36

Ο παρών Κώδικας διατηρεί τα υφιστάµενα µέτρα α-

σφαλείας της προηγούµενης νοµοθεσίας. Ειδικότερα,

την απαγόρευση άσκησης επαγγέλµατος (άρθρο 36 –

προηγούµενο άρ. 33 ν. 3459/2006), τους περιορισµούς

διαµονής (άρθρο 37 - προηγούµενο άρ. 35 ν. 3459/2006),

τη δήµευση περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 40 – προη-

γούµενο άρ. 37 ν. 3459/2006), και την κατάσχεση και δή-

µευση ναρκωτικών ουσιών – προηγούµενο άρ. 38 ν.

3459/2006). Εξαίρεση αποτελεί το άρθρο 34 του ν. 3459/

2006 για τη δηµοσίευση καταδικαστικής απόφασης του

καταδικασθέντα σε ποινή κάθειρξης, το οποίο διαγράφη-

κε. Η επιβολή της συγκεκριµένης διάταξης βρισκόταν

στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να την επιβά-

λει, και όπως αποδείχτηκε τελικά είχε χρησιµοποιηθεί ε-

λάχιστα όλα αυτά τα χρόνια.

Το άρθρο για την απαγόρευση άσκησης επαγγέλµατος

(άρθρο 36) παραµένει ως είχε στον προηγούµενο Κώδι-

κα (άρ. 33), όµως προστίθεται το ευνοϊκό µέτρο πρόω-

ρης λήξης της απαγόρευσης, εφόσον ο δράστης –όντας

χρήστης – ολοκληρώσει πρόγραµµα απεξάρτησης.

Άρθρο 37

Στο άρθρο 37 (περιορισµοί διαµονής) απαλείφεται η

διάταξη περί απέλασης των αλλοδαπών καταδικασθέ-

ντων της ισχύουσας παραγράφου 2 του αντίστοιχου άρ-

θρου 35 του ν. 3459/2006. Η διατήρηση της διάταξης αυ-

10

Page 11

τής κρίνεται περιττή, ενόψει του ότι η δικαστική απέλα-

ση των προσώπων αυτών µπορεί να διαταχθεί ούτως ή

άλλως ως µέτρο ασφαλείας κατά τις διατάξεις του άρ-

θρου 74 ΠΚ..

Άρθρα 38 - 39

Τα επόµενα άρθρα 38 (εκτέλεση του µέτρου του πε-

ριορισµού διαµονής- άρ. 39 ν. 3459/2006), και 39 (ευµε-

νέστερη µεταχείριση των ανήλικων [και νεαρών ενήλι-

κων δραστών], άρ. 36 ν. 3459/2006), δεν έχουν αλλαγές.

Από την πρώτη παράγραφο του ισχύοντος άρθρου 37

διαγράφεται η αναφορά στην τιµωρία τρίτων οι οποίοι

δεν συµµετείχαν µεν, αλλά γνώριζαν και διέθεσαν αντι-

κείµενα και µεταφορικά µέσα που κατείχαν για την τέλε-

ση του εγκλήµατος, διότι θεωρήθηκε περιττή εφόσον οι

τρίτοι τιµωρούνται κατά τα άρθρα 46[1β], 47[1] ΠΚ περί

«συµµετοχής». Διαγράφεται επίσης, η δεύτερη παρά-

γραφος του άρθρου 37 του ν. 3459/2006 που αφορούσε

την τιµωρία όσων αποδέχονται και διαθέτουν τα προϊόντα

του εγκλήµατος της διακίνησης ναρκωτικών και ενσωµα-

τώνεται στην πρώτη παράγραφο για οικονοµία λόγου.

Διαγράφεται τέλος, η τρίτη παράγραφος του άρθρου 37 η

σχετική µε τη δήµευση µεταφορικού µέσου που οδηγούσε

ο δράστης, διότι αποτελούσε επανάληψη ρύθµισης της

πρώτης παραγράφου του ισχύοντος άρθρου 37.

Άρθρο 40

Με το άρθρο 40 (πρώην άρθρο 37 Κ.Ν.Ν.) εισάγεται η

προβλεπόµενη κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 76

παρ. 1 ΠΚ παρεπόµενη ποινή της δήµευσης όλων των

πραγµάτων, τα οποία προήλθαν (κατά παράβαση των άρ-

θρων 20, 22 και 23.) από την πράξη, του τιµήµατος τους,

των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν µε το τίµηµα

αυτό ή από την αποδοχή και διάθεσή τους, καθώς και

των µεταφορικών µέσων και όλων των αντικειµένων, τα

οποία χρησίµευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της

πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά ανήκουν στον αυ-

τουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συµµετόχους.

Η προβλεπόµενη δήµευση έχει υποχρεωτικό χαρακτή-

ρα και εισάγεται ως παρεπόµενη ποινή µε την οποία ο

δράστης του εγκλήµατος και καταδικασθείς στερείται ο-

ριστικά των προϊόντων ή παραγώγων του εγκλήµατος

(producta sceleris), καθώς και των µέσων ή εργαλείων τέ-

λεσης ή διευκόλυνσης του εγκλήµατος (instrumenta

sceleris).

1. Στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1

Κ.Ν.Ν. προβλεπόταν η επέκταση της επιβολής της δή-

µευσης «ακόµη και σε τρίτους που δεν συµµετείχαν στο

έγκληµα, εφόσον γνώριζαν ότι τα αντικείµενα αυτά προ-

ορίζονταν για την τέλεση του εγκλήµατος», η οποία πλέ-

ον καταργείται.

Με την καταργούµενη διάταξη είχε εισαχθεί η δυνατό-

τητα επιβολής δήµευσης σε βάρος τρίτων προσώπων –

µη κατηγορουµένων και καταδικασθέντων, κατά παράβα-

ση του διφυούς νοµικού χαρακτήρα της δήµευσης (παρε-

πόµενη ποινή – µέτρο ασφαλείας) , κατά παράβαση γενι-

κών αρχών του ποινικού δικαίου και της δικονοµίας και

κατά παράβαση των συνταγµατικών κανόνων τόσο των

άρθρων 2 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 96 παρ. 1 Σ., όσο και των

άρθρων 7 παρ. 3 και 17 Σ. (βλ. Παύλου, Η δήµευση στον

Π.Κ. και τους ειδικούς ποινικούς νόµους, 1994, 95 επ., Δ.

Συµεωνίδη, Κατασχέσεις στην ποινική διαδικασία και

προστασία των ατοµικών δικαιωµάτων, 2010 και Γ. Τσό-

λια, Η κατάσχεση και η δήµευση αντικειµένων σε βάρος

τρίτων προσώπων και η αντισυνταγµατικότητά αυτών,

ΠοινΔικ 2004/1012 επ.).

Έτσι, η στέρηση της ιδιοκτησίας του τρίτου προσώπου

ως παρεπόµενη ποινή εγκλήµατος που δεν τέλεσε, πα-

ραβιάζει τις αρχές nullum crimen, nulla poena sine lege

certa και sine culpa καθώς επιβάλλεται η ποινή της στέ-

ρησης της περιουσίας και της ιδιοκτησίας για κολάσιµη

συµπεριφορά που δεν περιγράφεται στο νόµο (απαγο-

ρευτικός κανόνας) µε την πρόβλεψη επιβολής κύριας

ποινής (κυρωτικός κανόνας). Περαιτέρω, το τρίτο πρό-

σωπο στερείται του συνταγµατικά κατοχυρωµένου δικαι-

ώµατος του στην ιδιοκτησία χωρίς την ύπαρξη ενοχής

και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις περιορισµού

του δικαιώµατος του στην ιδιοκτησία όπως προβλέπο-

νται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 17 Σ., αφού η

δεύτερη παράγραφος του ίδιου άρθρου αφορά την περί-

πτωση ολοκληρωτικής στέρησης αυτής και µόνο υπό τις

προϋποθέσεις που εκεί αναφέρονται.

Περαιτέρω, εάν το τρίτο πρόσωπο γνώριζε εκ προοιµί-

ου ότι τα αντικείµενα που παραχώρησε στο δράστη προ-

ορίζονταν για την τέλεση του εγκλήµατος και µε τον

τρόπο αυτό εκδήλωσε την πρόθεση του να τον συνδρά-

µει, τότε η περιγραφόµενη στη καταργούµενη διάταξη

συµπεριφορά, θα έπρεπε να αντιµετωπισθεί στο πλαίσιο

της συµµετοχικής δράσης του κατηγορουµένου (απλού

συνεργού) µε την επιβολή πρωτίστως κύριας ποινής.

Στον αντίποδα για την επιβολή δήµευσης ως µέτρου α-

σφαλείας λόγω της επικινδυνότητας των συναφών αντι-

κειµένων είναι αυτονόητο ότι εφαρµόζεται η διάταξη της

δεύτερης παραγράφου του άρθρου 76 Π.Κ..

Με βάση τα ανωτέρω, καταργείται επίσης η προϊσχύ-

σασα διάταξη του ίδιου άρθρου σύµφωνα µε την οποία

«Δήµευση µπορεί να διαταχθεί από το αρµόδιο δικαστή-

ριο σύµφωνα µε το άρθρο 76 Π.Κ. ακόµη και όταν για την

πράξη που έχει τελεσθεί δεν καταδικάσθηκε ορισµένο

πρόσωπο.»

2. Καταργείται η προϊσχύσασα διάταξη της δεύτερης

παραγράφου του άρθρου 37 Κ.Ν.Ν. που είχε ως εξής :

«Η πράξη της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλή-

µατος (άρθρο 394 ΠΚ) αν συνδέεται µε παραβάσεις των

άρθρων 20 έως και 24, τιµωρείται µε την ποινή της πρό-

σκαιρης κάθειρξης και τα προϊόντα δηµεύονται». Η ανα-

φορά σε ενδεχόµενο «σύνδεσης» µεταξύ του προϊόντος

της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και της τέλεσης των

συναφών εγκληµάτων ελέγχεται ως αόριστη αναφορικά

µε τη περιγραφή των στοιχείων της αντικειµενικής υπό-

στασης του εγκλήµατος που συγκροτείται και εποµένως

έρχεται σε αντίθεση µε την συνταγµατική επιταγή του

άρθρου 7 παρ. 1 Σ..

Εξάλλου και η νοµοτεχνική επιλογή τοποθέτησης της

διάταξης στο τµήµα του νόµου που αφορά τη δήµευση

των προϊόντων του εγκλήµατος και εκτός των άρθρων ό-

που προβλέπονται τα βασικά εγκλήµατα του παρόντος.

(άρθρο 20) οδηγεί στο συµπέρασµα ότι ο νοµοθέτης α-

ποσκοπούσε στην κύρωση συµπεριφορών που συνδέο-

νταν µεν µε τη διακίνηση ναρκωτικών, αφορούσαν δε το

χρόνο µετά την τέλεση των βασικών αδικηµάτων, υιοθε-

τώντας µια ειδική µορφή αποδοχής προϊόντων εγκλήµα-

τος. Η περιγραφόµενη συµπεριφορά δύναται να υπαχθεί

στις διατάξεις του ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστο-

λή της νοµιµοποίησής εσόδων από εγκληµατικές δρα-

στηριότητές και της χρηµατοδότησής της τροµοκρατίας

11

Page 12

και άλλες διατάξεις» (αρ. 2 παρ. 2 περ. γ΄ , αρ. 3 περ. θ΄,

αρ. 45 και άρ. 46) προς αποφυγή µάλιστα του ενδεχοµέ-

νου διπλής αξιολόγησης της ίδιας συµπεριφοράς στο

πλαίσιο συρροής νόµων.

3. Με βάση την προαναφερόµενη συλλογιστική για την

επιβολή ποινής σε µη κατηγορούµενο – τρίτο πρόσωπο

καταργείται και η τρίτη παράγραφος του προϊσχύσαντος

άρθρου 27, σύµφωνα µε την οποία «Στην περίπτωση του

άρθρου 25 το δικαστήριο, εκτιµώντας τη βαρύτητα της

πράξης και ιδίως τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκλήθη-

κε από αυτήν, µπορεί να επιβάλει τη δήµευση του µετα-

φορικού µέσου που οδηγούσε ο δράστης, εκτός αν ο κύ-

ριος του µέσου δεν γνώριζε ότι ο δράστης τελούσε υπό

τις συνθήκες του άρθρου 25».

Άρθρο 41

Τα περί κατάσχεσης και δήµευσης ναρκωτικών ορίζο-

νται στο νέο άρθρο 41. Από την πρώτη παράγραφο του ι-

σχύοντος άρθρου 38 του ν. 3459/2006 διαγράφεται το

δεύτερο εδάφιο της πρώτης πρότασης, η γνωστοποίηση

της κατάσχεσης στον κύριο κάτοχο µεταφορικού µέσου

ή άλλου αντικείµενου στο όποιο βρέθηκαν τα ναρκωτικά,

επειδή θεωρήθηκε περιττή και χωρίς πρακτική χρησιµό-

τητα. Στη δεύτερη παράγραφο του καταργούµενου άρ-

θρου προστίθεται η δυνατότητα αµφισβήτησης από τον

κατηγορούµενο όχι µόνον της ιδιότητας των κατασχεθέ-

ντων ως ναρκωτικών, αλλά και του παράνοµου χαρακτή-

ρα της κατοχής τους. Διευκρινίζεται τέλος, ότι αποστέλ-

λεται δείγµα των κατασχεθέντων ουσιών προς εξέταση

τόσο της φύσης τους όσο και της περιεκτικότητάς τους

σε ναρκωτική ουσία.

Στην τρίτη παράγραφο, αυξάνονται από δύο σε τρία τα

δείγµατα προς διεξαγωγή πραγµατογνωµοσύνης για την

εξασφάλιση πιθανού επανελέγχου από τεχνικό σύµβου-

λο του κατηγορουµένου.

Στην παράγραφο πέντε του ίδιου άρθρου προστίθενται

κάποιες λεπτοµέρειες ρυθµιζόµενες από κ.υ.α. (Υπουρ-

γών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµά-

των – Προστασίας του Πολίτη – Οικονοµικών και Ανά-

πτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας) σχετικά µε

τη χρήση και φύλαξη ποσοτήτων ναρκωτικών για θερα-

πευτικούς σκοπούς. Προστίθεται τέλος έκτη παράγρα-

φος, η οποία αφορά ειδικότερα τις κατασχεθείσες ποσό-

τητες για θεραπευτικούς σκοπούς.

Άρθρο 42

Στο άρθρο 42 καθορίζεται η αρµοδιότητά των υπηρε-

σιών προς διενέργεια αστυνοµικών και εν γένει προανα-

κριτικών πράξεων, όπως προβλεπόταν και στην προϊσχύ-

σασα διάταξη. Οι διαφοροποιήσεις που επήλθαν µε τη

νέα διάταξη, αφορούν πρώτον, την υποχρέωσή των προ-

ανακριτικών υπαλλήλων να ενηµερώνουν πλέον αµελλη-

τί και εγγράφως τον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου

στον οποίον µεταβαίνουν (εκτός της έδρας τους) προ-

κειµένου να διενεργήσουν προανακριτικές πράξεις και

δεύτερον, τον ορισµό πλέον του Εισαγγελέα Εφετών ως

αρµόδιου για την εποπτεία της προανάκρισης και της

προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 44.

Η προσθήκη της φράσης «αµελλητί και εγγράφως»

κρίθηκε αναγκαία προκειµένου να αποφευχθεί το ενδε-

χόµενο δυσλειτουργίας της έκτακτης προανάκρισης από

την έλλειψη συνεννόησης και συντονισµού µεταξύ πε-

ρισσοτέρων υπηρεσιών που ενεργούν παράλληλα, η δε

επιταγή περί έγγραφης ειδοποίησής πηγάζει από την βα-

σική δικονοµική αρχή της έγγραφης προδικασίας (άρθρο

241 ΚΠΔ) και µπορεί να γίνει µε οποιοδήποτε µέσο (π.χ.

τηλεοµοιοτυπία για λόγους επείγοντος).

Άρθρο 43

Στο άρθρο 43 καθορίζεται το αρµόδιο προς εκδίκαση

των υποθέσεων δικαστήριο και µάλιστα σε ιδιαίτερες δι-

κασίµους, η πρόβλεψη διενέργειας ανακρίσεως από ειδι-

κούς ανακριτές στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσα-

λονίκη, η συναξιολόγηση της ιδιότητάς του κατηγορου-

µένου ως τοξικοµανούς για την επιβολή ή συνέχιση της

προσωρινής κράτησης, η διαδικασία παραποµπής της υ-

πόθεσης στο ακροατήριο µε απευθείας κλήση µε ειδικό-

τερες δικονοµικές προβλέψεις, όπως προβλέπονταν και

στην προϊσχύσασα διάταξη.

Οι διαφοροποιήσεις που επήλθαν µε τη νέα διάταξη, α-

φορούν πρώτον, την υποχρέωσή του ανακριτή να ενηµε-

ρώνει εγγράφως τον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου

στον οποίον µεταβαίνει (εκτός της έδρας ή της δικαστι-

κής περιφέρειας του) προκειµένου να διενεργήσει ανα-

κριτικές, δεύτερον, τον ορισµό πλέον του Εισαγγελέα Ε-

φετών ως αρµόδιου για την εποπτεία της προανάκρισης

και της προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 44 και

τρίτον την απαλοιφή της έκτης παραγράφου περί της δι-

καιοδοσίας των ελληνικών δικαστικών αρχών να επιλαµ-

βάνονται των αξιόποινων πράξεων όταν αυτές έχουν τε-

λεσθεί στην αλλοδαπή από Έλληνες υπηκόους.

Η προσθήκη της φράσης «εγγράφως» πηγάζει από

την βασική δικονοµική αρχή της έγγραφης προδικασίας

(άρθρο 241 ΚΠΔ) ενώ η διατήρηση της έκτης παραγρά-

φου δεν κρίθηκε αναγκαία εν όψει της διάταξης του άρ-

θρου 8 περ΄. θ΄ ΠΚ περί παγκόσµιας δικαιοσύνης στη

δίωξη των εγκληµάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.

Άρθρο 44

Εποπτεία προανάκρισης και προκαταρκτικής εξέτασης

1. Στο άρθρο 44 προβλέπεται πλέον η ανάθεση της ε-

ποπτείας και καθοδήγησής της προανάκρισης και προκα-

ταρκτικής εξέτασης, αντί του Εισαγγελέα Πληµµελειοδι-

κών, στον αρµόδιο Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος λόγω

της σοβαρότητάς των πράξεων αλλά και της αρµοδιότη-

τάς εισαγωγής και εκδίκασης των υποθέσεων στο Εφε-

τείο Κακουργηµάτων, κρίνεται ως εµπειρότερος προς ε-

ποπτεία και καθοδήγηση των προανακριτικών υπαλλή-

λων.

Περαιτέρω, ο κατά τόπους αρµόδιος Εισαγγελέας Ε-

φετών εποπτεύει και καθοδηγεί πλέον κάθε προανακρι-

τικό υπάλληλο των αρµόδιων υπηρεσιών, ενώ υπό την

προϊσχύσασα διάταξη, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

και Θεσσαλονίκης επόπτευαν µόνο όσους ανήκαν στις

Υπηρεσίες Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφα-

λείας των Γενικών Αστυνοµικών Διευθύνσεων Αττικής

και Θεσσαλονίκης.

Η διάδοση των ναρκωτικών ουσιών και σε άλλες πό-

λεις της Ελλάδας καθιστά αναγκαία την εποπτεία της

προανάκρισης και προκαταρκτικής εξέτασης σε όλες α-

νεξαιρέτως τις περιπτώσεις από Εισαγγελέα Εφετών, ο

οποίος µπορεί περαιτέρω να παραγγέλλει ή να ενεργεί ο

ίδιος κατά την κρίση του, προανάκριση ή προκαταρκτική

εξέταση.

12

Page 13

2. Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 44 προβλέπε-

ται η υποχρεωτική και έγγραφη πλέον ενηµέρωση του

Εισαγγελέα Εφετών για όλες τις αξιοποιήσιµες καταγ-

γελίες που περιέρχονται στις αρµόδιες υπηρεσίες. Η

προσθήκη της φράσης «υποχρεωτικά και εγγράφως»

κρίθηκε αναγκαία, προκειµένου κατ΄ αρχήν ο Εισαγγε-

λέας Εφετών να έχει την πλήρη και αποκλειστική επο-

πτεία κάθε υπόθεσης που αφορά τη διακίνηση ναρκωτι-

κών ουσιών εν τη γενέσει της, ώστε να καθοδηγήσει

τους προανακριτικούς υπαλλήλους και να µην υπάρξουν

άστοχες ανακριτικές ενέργειες που µπορεί να βάλουν

σε κίνδυνο την βεβαίωση του εγκλήµατος και την σύλλη-

ψη του δράστη.

Περαιτέρω, η βασιµότητά της καταγγελίας πρέπει να

αποδεικνύεται τηρούµενης της βασικής δικονοµικής αρ-

χής περί έγγραφης προδικασίας (άρ. 241 ΚΠΔ) και να πε-

ριλαµβάνεται στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας,

προκειµένου ο κατηγορούµενος να µπορεί να ασκήσει τα

εκ του ΚΠΔ προβλεπόµενα υπερασπιστικά του δικαιώµα-

τα. Στην αναφερόµενη διάταξη γίνεται λόγος για «ανα-

γκαία στοιχεία» του εγγράφου προκειµένου να µην απο-

καλυφθεί το όνοµα του πληροφοριοδότη – εφόσον υφί-

σταται ονοµαστική καταγγελία.

Άρθρο 45

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 45, προβλέπεται η ει-

σαγωγή των προερχοµένων εσόδων από επιβαλλόµενες

χρηµατικές ποινές ή την µετατροπή ποινών, για παραβά-

σεις του Κεφαλαίου Δ΄ του παρόντος Κώδικα, καθώς και

από δηµεύσεις, στον προϋπολογισµό του Κράτους, τα ο-

ποία µπορούν να διατίθενται για την αντιµετώπιση του

προβλήµατος των ναρκωτικών, ύστερα από πρόταση της

Εθνικής Επιτροπής Σχεδιασµού και Συντονισµού για την

Αντιµετώπιση των Ναρκωτικών, και όχι πλέον του

Ο.Κ.Α.Ν.Α., µε την εγγραφή τους στους αντίστοιχους

προϋπολογισµούς συναρµοδίων Υπουργείων. Οι λεπτο-

µέρειες για την εφαρµογή του, καθορίζονται µε κ.υ.α.

των Υπουργών Οικονοµικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας

και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλ-

ληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη.

Άρθρο 46

Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι τα ποσά που ανα-

λογούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από τα έσοδα του

άρθρου 45 διατίθενται για την αποκλειστική εξυπηρέτη-

ση των αναγκών των θεραπευτικών προγραµµάτων που

λειτουργούν στα καταστήµατα κράτησης.

Στην παράγραφο 2, προβλέπεται, ότι τα αναλογούντα

στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη έσοδα του άρ-

θρου 45 διατίθενται αποκλειστικά στις αρµόδιες για την

δίωξη των εγκληµάτων της περί ναρκωτικών νοµοθεσίας

Υπηρεσίες, για την προµήθεια τεχνικών µέσων, την εκ-

παίδευση του προσωπικού τους και την χρηµατοδότηση

της επιχειρησιακής τους δράσης.

Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι τα ποσά που απο-

δίδονται στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγ-

γύης κατ΄ εφαρµογή του άρθρου 45, διατίθενται για την

αποκλειστική εξυπηρέτηση των αναγκών των θεραπευτι-

κών προγραµµάτων και των προγραµµάτων πρόληψης

κατά των ναρκωτικών που λειτουργούν υπό την επο-

πτεία του.

Άρθρο 47

Στο άρθρο 47 προβλέπεται η διάθεση ναρκωτικών ου-

σιών, για εκπαιδευτικούς σκοπούς, στις αστυνοµικές

σχολές και σε υπηρεσίες της Αστυνοµίας και του Λιµενι-

κού για την εκπαίδευση του προσωπικού των αρµόδιων

για τη δίωξη των ναρκωτικών Υπηρεσιών, αλλά και των

χρησιµοποιούµενων στο αντικείµενο αυτό αστυνοµικών

σκύλων και των συνοδών τους. Για την διάθεση των πο-

σοτήτων ναρκωτικών, απαιτείται προηγούµενο αίτηµα

των οικείων Διοικητών ή των Γενικών Αστυνοµικών Διευ-

θυντών, Αττικής, Θεσσαλονίκης ή των Περιφερειών, ή

του Διευθυντού της Υπηρεσίας και υλοποιείται µε έγκρι-

ση του αρµοδίου Εισαγγελέα. Οι λεπτοµέρειες εφαρµο-

γής της διαδικασίας διαθέσεως, των όρων φύλαξης και

ορθής χρησιµοποίησης τους, της αντικατάστασή τους

και κάθε σχετική λεπτοµέρεια καθορίζονται µε απόφαση

του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Άρθρο 48

Με το άρθρο 48 τυποποιείται ένα κορυφαίο συλλογικό

όργανο που µέχρι σήµερα, είχε λειτουργήσει χωρίς ειδι-

κή και συστηµατική ένταξη του ρόλου του στην ισχύου-

σα νοµοθεσία. Πρόκειται για τη Διϋπουργική Επιτροπή

για το Εθνικό Σχέδιο Δράσης κατά των Ναρκωτικών,

στην οποία προεδρεύει ο Πρωθυπουργός και µετέχουν

ως µέλη οι καθ΄ ύλην αρµόδιοι Υπουργοί και ο Πρόεδρος

της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της

Βουλής. Στην Επιτροπή αυτή παρίσταται και ο Εθνικός

Συντονιστής για τα Ναρκωτικά καθώς και άλλοι κατά πε-

ρίπτωση αρµόδιοι παράγοντες, καταθέτοντας τις από-

ψεις τους χωρίς ψήφο.

Έργο της Διϋπουργικής Επιτροπής αποτελεί η έγκριση

και στη συνέχεια ο συντονισµός των υπηρεσιών εφαρµο-

γής του Εθνικού Σχεδίου Δράσης, καθώς επίσης και η α-

νάθεση της αξιολόγησής του σε ειδικό φορέα. Οι υπηρε-

σίες και οι φορείς του δηµόσιου τοµέα οφείλουν να πα-

ρέχουν στη Διϋπουργική Επιτροπή κάθε αναγκαία συν-

δροµή, ενώ η γραµµατειακή και τεχνική υποστήριξη, που

ενόψει του αντικειµένου δεν προβλέπονται να είναι

διαρκείς, εξασφαλίζονται από τη Γενική Γραµµατεία του

Πρωθυπουργού.

Άρθρο 49

Με το άρθρο 49 επίσης τυποποιείται νοµοθετικά ένα

µονοπρόσωπο όργανο ήδη γνωστό: Ο Εθνικός Συντονι-

στής για την Αντιµετώπιση των Ναρκωτικών ορίζεται α-

πό τον Πρωθυπουργό µε θητεία πέντε ετών. Κύρια καθή-

κοντα του Εθνικού Συντονιστή για τα Ναρκωτικά αποτε-

λούν η προεδρία της Εθνικής Επιτροπής Σχεδιασµού και

Συντονισµού για την αντιµετώπιση των ναρκωτικών και η

εκπροσώπηση της χώρας σε διεθνή όργανα µε σχετικές

αρµοδιότητες.

Άρθρο 50

Στην Επιτροπή αυτή, που προεδρεύεται από τον Εθνι-

κό Συντονιστή για την Αντιµετώπιση των Ναρκωτικών,

µετέχουν ειδικοί οριζόµενοι από τα αντίστοιχα Υπουρ-

γεία, καθώς και εκπρόσωποι των φορέων ΟΚΑΝΑ, ΚΕ-

ΘΕΑ, ΨΝΑ, ΨΝΘ, ΕΚΤΕΠΝ και των Κέντρων Πρόληψης.

Για την αποφυγή σύγχυσης µε το κορυφαίο όργανο, την

13

Page 14

Επιτροπή του άρθρου 48 στην οποία µετέχουν Υπουργοί,

αποφεύχθηκε η χρήση του όρου «Διϋπουργική» στην ο-

νοµασία, παρά την προβλεπόµενη συνεργασία αρµοδίων

από περισσότερα Υπουργεία.

Αντικείµενο της συγκεκριµένης Επιτροπής είναι η εκ-

πόνηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα ναρκωτικά,

η ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών και ο συντονισµός

δράσεων και προγραµµάτων των αρµόδιων Υπουργείων

κατά την εφαρµογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης.

Άρθρο 51

Τα προηγούµενα άρθρα 48 – 50 αφορούσαν τα κεντρι-

κά όργανα της Πολιτείας που έχουν ως αντικείµενο την

εκπόνηση και την εφαρµογή του Εθνικού Σχεδίου Δρά-

σης για τα Ναρκωτικά. Το παρόν άρθρο 51 µνηµονεύει ει-

δικότερα τους εγκεκριµένους οργανισµούς ή φορείς για

την υλοποίηση των µέτρων και προγραµµάτων που µνη-

µονεύονται στα άρθρα 30 έως και 35 του παρόντος Κώ-

δικα. Η ρητή µνεία των συγκεκριµένων Οργανισµών (Ο-

ΚΑΝΑ, ΚΕΘΕΑ, Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Αθηνών και Ψυ-

χιατρικό Νοσοκοµείο Θεσσαλονίκης) αποσκοπεί να άρει

σχετικές αµφισβητήσεις που εγείρονται κατά την εφαρ-

µογή της ποινικής δικαιοσύνης και την επιβολή σχετικών

µέτρων.

Άρθρο 52

Προβλέπεται ότι η σύσταση νέων θέσεων προσωπικού

και όλα τα συναφή ζητήµατα λειτουργίας των προγραµ-

µάτων απεξάρτησης των δύο Ψυχιατρικών Νοσοκοµείων

ορίζονται µε προεδρικό διάταγµα.

Άρθρο 53

Προβλέπονται οι φάσεις των δράσεων για την αντιµε-

τώπιση των ναρκωτικών και οι αρµοδιότητες για τη σύ-

σταση, εποπτεία και ανάκληση άδειας λειτουργίας σχε-

τικών µονάδων. Η αρµοδιότητα για την αδειοδότηση α-

νήκει, κατά τα ήδη ισχύοντα, στο Υπουργείο Υγείας και

Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το οποίο αποφασίζει µετά από

εισήγηση της προβλεπόµενης στο άρθρο 50 του παρό-

ντος Εθνικής Επιτροπής Σχεδιασµού και Συντονισµού

για την αντιµετώπιση των Ναρκωτικών.

Άρθρο 54

Ο Κώδικας προβλέπει στα άρθρα 30 έως 35 µια σειρά

από µέτρα θεραπείας (σωµατικής και ψυχολογικής απε-

ξάρτησης) των εξαρτηµένων που κρατούνται στις φυλα-

κές. Η εφαρµογή αυτών των µέτρων προϋποθέτει την α-

νάπτυξη αντίστοιχων δοµών και προγραµµάτων στα σω-

φρονιστικά καταστήµατα.

Για τις µεθόδους και τα µοντέλα αυτών των προγραµ-

µάτων είναι γνωστοί διεθνώς περισσότεροι τύποι (προ-

γράµµατα συµβουλευτικά, ψυχολογικής απεξάρτησης µε

«στεγνές» προσεγγίσεις, µείωσης των βλαβών της υγεί-

ας ή συντήρησής της µε υποκατάστατα κ.λπ.). Ο νοµοθέ-

της απέχει από επιλογές και τοµές σε ανοικτά επιστηµο-

νικά ζητήµατα. Για το λόγο αυτό το άρθρο 54 προβλέπει

ότι τα αντίστοιχα ειδικά θεραπευτικά καταστήµατα ή

τµήµατα καταστηµάτων κράτησης ιδρύονται µε προεδρι-

κό διάταγµα, µε το οποίο θα συνιστώνται θέσεις προσω-

πικού για τη στελέχωσή τους.

Άρθρο 55

Το άρθρο προβλέπει τους οργανισµούς και φορείς που

µπορούν να καταρτίζουν προγράµµατα πρόληψης της

διάδοσης και της χρήσης των ναρκωτικών στο πλαίσιο

του Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Η άδεια, οι γενικές κατευ-

θύνσεις, ο τρόπος λειτουργίας, οι διαδικασίες εποπτείας

και αξιολόγησης καθώς και η ανάκληση της άδειας διε-

ξαγωγής προγραµµάτων πρόληψης ανατίθενται σε κε-

ντρικά όργανα αρµόδια για την εφαρµογή του Εθνικού

Σχεδίου Δράσης: στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής

Αλληλεγγύης και, εφόσον προβλέπονται δράσεις που ε-

µπίπτουν στη δικαιοδοσία άλλων Υπουργείων, στα συ-

ναρµόδια Υπουργεία που αποφασίζουν από κοινού. Ακρι-

βώς επειδή η πρόληψη για τη διάδοση των ναρκωτικών

προϋποθέτει κατά τις σύγχρονες αντιλήψεις συντονι-

σµένη πολιτική µείωση της ζήτησης αλλά και της προ-

σφοράς ναρκωτικών, τα όργανα που γνωµοδοτούν ή ει-

σηγούνται για τις σχετικές αποφάσεις είναι επίσης κε-

ντρικό: η Εθνική Επιτροπή Σχεδιασµού και Συντονισµού

για την Αντιµετώπιση των Ναρκωτικών.

Άρθρο 56

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τροποποιείται το

άρ. 44 του ν. 3386/2005, ώστε να διευκολύνεται η παρα-

κολούθηση και ολοκλήρωση θεραπευτικών προγραµµά-

των απεξάρτησης από αλλοδαπούς, Προβλέπεται πλέον

ρητά ότι η παρακολούθηση τέτοιων προγραµµάτων συνι-

στά ανθρωπιστικό λόγο που δικαιολογεί την έκδοσης ά-

δειας παραµονής.

Άρθρο 57

1. Η παράταση των χρονικών ορίων της παραγραφής

µε το άρθρο 32 παρ. 2 στοιχείο γ΄ ενδέχεται να θεωρη-

θεί δυσµενέστερη διάταξη και εποµένως µη καταλαµβά-

νουσα πράξεις τελεσθείσες έως την έναρξη ισχύος του

παρόντος για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί αµετάκλητη α-

πόφαση. Έτσι όµως υφίσταται ο κίνδυνος να απορριφθεί

το αίτηµα αναβολής όσων κατηγορουµένων παρακολου-

θούν πρόγραµµα, εφόσον επίκειται η συµπλήρωση της

παραγραφής κατά τις θεωρούµενες ως ευµενέστερες

διατάξεις του άρ. 113 παρ. 3 ΠΚ. Με την διάταξη λοιπόν

της πρώτης παραγράφου, ορίζεται ότι η κατ΄ αποτέλε-

σµα µακρύτερη παραγραφή των εγκληµάτων όσων πα-

ρακολουθούν προγράµµατα απεξάρτησης καταλαµβάνει

και τις έως τη θέση σε ισχύ του παρόντος τελεσθείσες

πράξεις (κατ΄ απόκλιση από το άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ). Επι-

διώκεται έτσι να διευκολυνθεί η απρόσκοπτη ολοκλήρω-

ση των προγραµµάτων απεξάρτησης από εκείνους τους

κατηγορουµένους που ήδη τα παρακολουθούν, και να α-

ποτραπεί ο κίνδυνος απόρριψης των αιτηµάτων αναβο-

λής της δίκης τους.

2.Με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου επιδιώκε-

ται να διασφαλιστεί η οµαλή λειτουργία των συµβουλευ-

τικών ή θεραπευτικών προγραµµάτων απεξάρτησης που

λειτουργούν ήδη στα σωφρονιστικά καταστήµατα.

3.Επειδή δεν διερευνάτο πάντοτε από τα δικαστήρια

εάν το έγκληµα περί του οποίου επρόκειτο είχε τελεσθεί

για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών µε τη

διάταξη της τρίτης παραγράφου επιδιώκεται να επεκτα-

θεί η αναστολή εκτέλεσης των καταδικαστικών αποφά-

σεων σε όφελος όσων έχουν ολοκληρώσει θεραπευτικά

14

Page 15

προγράµµατα σε όλους τους αµετακλήτως καταδικασθέ-

ντες για αδικήµατα της παρ. 1 του άρ. 32. 1. Η διάταξη

αυτή καταλαµβάνει επίσης και αδικήµατα για τα οποία,

υπό το κράτος του ν. 3459/2006 ή των προγενέστερων

νόµων, δεν χωρούσε ευεργετική ρύθµιση (όπως η λη-

στεία χωρίς ιδιαίτερη σκληρότητα ή η έκθεση ή οι διακε-

κριµένες κλοπές των εδ. α΄ και β΄ του άρ. 374 ΠΚ).

4.Με την διάταξη της παρ. 4 επιδιώκεται να µετριαστεί

η σωφρονιστική µεταχείριση όσων υπό το κράτος του ν.

3459/2006 ή των προγενέστερων αυτού νόµων καταδι-

κάστηκαν αµετακλήτως σε ποινές που πιθανότατα υπό

την ισχύ του παρόντος θα ήταν ελαφρύτερες. Η παρούσα

διάταξη δεν αποκλίνει πολύ από τις ισχύουσες περί από-

λυσης υπό όρους διατάξεις, καθώς απαιτεί την πραγµατι-

κή έκτιση του 1/3 της ποινής, όπως και το άρθρο 105 ΠΚ..

Άρθρα 58 και 59

Τα άρθρα αυτά ορίζουν ποιες διατάξεις καταργούνται

και ποιες διατηρούνται. Η διατήρηση της ισχύος της παρ.

2 του άρ. 1 του ν. 3459/2006 και των υπουργικών αποφά-

σεων που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση της παρ. 3

του άρ. 1 του ν. 3459/2006 κρίθηκε αναγκαία προκειµέ-

νου να µην προκύψουν προβλήµατα ως προς το χαρα-

κτηρισµό ως ναρκωτικών των ουσιών που περιλαµβάνο-

νται στους οικείους πίνακες Α, Β, Γ και Δ, όπως αυτοί έ-

χουν τροποποιηθεί.

Επίσης, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του ν.

3459/2006 που ρυθµίζουν τα ζητήµατα του ΟΚΑΝΑ (άρ-

θρα 47-52), του ΚΕΘΕΑ (άρθρο 55), την ίδρυση και λει-

τουργία των Κέντρων Απεξάρτησης Τοξικοµανών Κρα-

τουµένων Ελαιώνα Θηβών και Κασσάνδρας Χαλκιδικής

(άρθρο 58) και τα Κέντρα Πρόληψης της Χρήσης Εξαρτη-

σιογόνων Ουσιών (άρθρο 61 του ν 3459/2006, όπως προ-

στέθηκε µε την παρ. 4 του άρθρου 58 του ν. 3966/2011)

Άρθρο 60

Καθορίζεται το χρονικό σηµείο έναρξης της ισχύος

του νόµου.

Αθήνα, 5 Ιανουαρίου 2012

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ

ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ

ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Ευάγ. Βενιζέλος

Δ. Ρέππας

ΥΓΕΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ,

ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Α. Λοβέρδος

Μ. Παπαϊωάννου

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Χ. Παπουτσής

 

 

Cannabis Seeds
You are here
{alt}